Άρθρα & Συνεντεύξεις

loogoo

Απόλυτο σκοτάδι (pt.3)

 
 
   Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, μέσα στην παγωνιά του τρόμου, ο Αλεξάντερ έκανε μερικά βήματα προς άγνωστη κατεύθυνση. Προσπάθησε να βρει μια λύση, να σκεφτεί λογικά. Ήταν δυνατόν να του έλεγε αλήθεια εκείνο το παραμορφωμένο φρικιό; Τη δική της ασχήμια είχε εμφανίσει ο φακός ή μήπως κάποιου άλλου μοχθηρού πλάσματος; Μια λύση υπήρχε. Έστυψε όση ευαισθησία του είχε απομείνει και μίλησε αυστηρά.
   - Θέλεις να πιστέψω ότι με έσυρες αναίσθητο και ήσουν τόσο γρήγορη και δυνατή, ώστε να αποφύγεις τους πεινασμένους; Όμως εντάξει, ας το δεχτώ αυτό, όσο κι αν μοιάζει αδύνατον. Είπες ότι πήρες το φακό από κάτω όταν λιποθύμησα. Άρα εκείνος μπορεί να μας πει την αλήθεια. Δώσε μου λοιπόν το φακό και άσε με να φωτίσω το πρόσωπο σου.
   Η Αλίσα έμεινε για λίγο σιωπηλή κι έπειτα απάντησε με τρεμάμενη φωνή.
   - Δεν... δεν τον έχω πλέον μαζί μου.
   - Το ήξερα. Απλά το ήξερα. Και που είναι δηλαδή; Είπε εκείνος κουνώντας τα χέρια του στο σκοτάδι. Η γυναίκα έπιασε το κεφάλι της με απελπισία και προσπάθησε να του εξηγήσει.
   - Εκείνα τα πλάσματα μας κυνήγησαν. Έλκονται από το φως και τους ήχους. Όταν σε βρήκα τον έκλεισα και τον πέταξα λίγο πιο πέρα. Όσο τον έχουμε επάνω μας κινδυνεύουμε.
dark35   - Είσαι τρελή; Τι έκανες; Ήταν το μοναδικό μας όπλο ενάντια στο σκοτάδι, είπε και όρμησε καταπάνω της. Μέσα στο σκοτάδι, στο απόλυτο κενό, βρήκε το λαιμό της και με τα χέρια του τον έσφιξε δυνατά. Η Αλίσα αντιστάθηκε και παρακάλεσε για τη ζωή της. Εκείνος όμως έβαλε περισσότερη δύναμη και ήταν έτοιμος να την σκοτώσει. Οι Ερινύες επέστρεψαν στο μυαλό του, θυμίζοντας του ότι ήταν ένας άνανδρος φυγάς, ένας αποτυχημένος πατέρας. Τα χέρια του μαλάκωσαν και άφησε τη γυναίκα ελεύθερη να αναπνεύσει. Ένιωσε γελοίος, τιποτένιος και έκλαψε αθόρυβα, καλυμμένος πίσω από το σκοτάδι. Εκείνη έπεσε στα τέσσερα και έβηξε δυνατά. Οι τύψεις και οι ενοχές τσάκισαν τον εγωισμό του Αλεξάντερ. Σκούπισε τα δακρυσμένα μάτια του και μίλησε μετανιωμένος.
   - Συγχώρα με, Αλίσα. Δεν ξέρω γιατί το έκανα αυτό. Η γυναίκα σηκώθηκε πιάνοντας το λαιμό της και έβηξε τελευταία φορά.
   - Εντάξει, σε καταλαβαίνω. Έχεις κι εσύ δίκιο. Χωρίς φακό δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Όμως στ ορκίζομαι. Δεν είμαι τέρας, ούτε ρομπότ ούτε τίποτα άλλο. Είμαι απλά εγώ.
   - Δεν έχει σημασία πλέον. Εδώ χωρίζουν οι δρόμοι μας. Θα περιμένω να προχωρήσεις αρκετά και μετά θα χαθώ στο σκοτάδι.
   - Όχι! Σε παρακαλώ, όχι. Δε θα τα καταφέρουμε χωριστά. Χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο. Ο άντρας πλησίασε και την αγκάλιασε.
   - Αλίσα! Δεν ξέρω γιατί είσαι εδώ, δεν ξέρω τι είναι αυτό το καταραμένο μέρος, ξέρω όμως γιατί βρίσκομαι εγώ εδώ. Θυμήθηκα μερικά πράγματα για εμένα και σιχάθηκα τη ζωή μου. Όσο κι αν προσπαθούμε, δεν υπάρχει σωτηρία Αλίσα. Αυτή είναι η τιμωρία μας. Η γυναίκα ξέσπασε σε κλάματα και τον έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά της. Έτρεμε, σπαρταρούσε, προκαλώντας αρνητισμό στο χώρο γύρω τους.
   - Όχι, όχι, όχι. σε ικετεύω. Μη με αφήνεις. Μην τα παρατάς. Μέσα σε αυτή την κόλαση που περνάμε βρήκαμε ο ένας τον άλλο. Σημάδι ότι η τύχη μας ευνοεί. Κάντο για την κόρη σου, πρέπει να της εξηγήσεις ότι δεν φταις εσύ για ότι έγινε, ότι η μάνα της.
   - Τι είπες; την διέκοψε εκείνος έκπληκτος και την απελευθέρωσε από την αγκαλιά του. Πως ξέρεις για την κόρη και για την γυναίκα μου; Δεν σου εξήγησα ποτέ τι μου συνέβη. Πως θα μπορούσα άλλωστε αφού θυμήθηκα ενώ ήμουν λιπόθυμος; Η γυναίκα σώπασε απότομα και ένα περίεργο μουγκρητό βγήκε από εκεί που στεκόταν. Ο Αλεξάντερ έκανε προς τα πίσω νιώθοντας περίεργα. Υπήρχε κάτι εκεί, δίπλα του. Για μερικά δευτερόλεπτα επικράτησε νεκρική σιγή και μετά ένα κύμα βιαιότητας χτύπησε δυνατά.
 
dark3 1   Μια δυνατή κραυγή βγήκε από το στόμα της γυναικάς και κάτι απροσδιόριστο τίναξε το σώμα της ψηλά. «Τι συμβαίνει, Αλίσα;», είπε ο Αλεξάντερ τρομοκρατημένος. «Τρέχαααααααα!!!» του φώναξε εκείνη φτύνοντας πηχτό αίμα από το στόμα της. Έπειτα ακούστηκε ένας τρομακτικός βρυχηθμός, ένας ανατριχιαστικός ήχος ενός πλάσματος από άλλο κόσμο. Ακολούθησε ένας γνωστός, αλλά εξίσου τρομακτικός, ήχος. Κόκαλα να σπάνε. Η σπονδυλική στήλη της γυναίκας έσπασε στα δυο, με την ίδια άνεση που ένας άνθρωπος σπάει ένα λεπτό κλωναράκι. Ο άντρας γύρισε απότομα και έτρεξε μακριά με όλη του τη δύναμη. Σκόνταφτε συνέχεια επάνω σε άψυχα πτώματα, έπεφτε κάτω μα δεν τα παρατούσε. Σηκωνόταν και συνέχιζε να τρέχει χωρίς σταματημό. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να την βοηθήσει, γι αυτό και την εγκατέλειψε σα δειλός. Για άλλη μια φορά είχε αποδείξει στον εαυτό του ότι ήταν άνανδρος. Όμως τι μπορούσε να κάνει; Έκλαψε και επιτάχυνε φωνάζοντας δυνατά «Συγχώρα με, Αλίσα!». Πίσω του, στο βάθος, μπορούσε να ακούσει τις γοερές κραυγές της γυναίκας. Αμέτρητα κοφτερά δόντια πριόνιζαν τη σάρκα της σκίζοντας τη με ευκολία. Φρικτός πόνος, τραγικός θάνατος. Τι ήταν αυτό που μούγκριζε σαν πεινασμένο λιοντάρι; Είχε δύναμη πολλή και θυμό και πείνα. Η Αλίσα, έκλεισε τα μάτια της και σκέφτηκε τον αρραβωνιαστικό της. Πήρε πολλή δύναμη και κουράγιο. Θυμήθηκε το πρώτο τους ραντεβού στο κλαμπ Versus. Φορούσε ένα υπέροχο μαύρο φόρεμα και τα μαλλιά της ήταν πιασμένα κότσο. Ήταν πραγματικά υπέροχη, εκθαμβωτική! Χόρευε μαζί του όλο το βράδυ και του έλεγε πόσο ερωτευμένη ήταν μαζί του. Εκείνος την έπιανε από τη μέση και την έσφιγγε με δύναμη. Πόσο ταιριαστό ζευγάρι ήταν; Το πρώτο τους φιλί δόθηκε εκεί μέσα και ήταν βγαλμένο από παραμύθι. Είχε χρώματα πολλά, αρώματα γλυκά και γεύση νόστιμη. Ώσπου, οι αναμνήσεις της επέτρεψαν να θυμηθεί, να γευτεί τον τρόμο και τον λόγο που ήταν εκεί μέσα. Αυτός έφταιγε, ήταν ο Αλεξάντερ! «Όχι, δεν μπορεί!», είπε καθώς ένιωθε τη σάρκα της να κουρελιάζεται. «Τώρα θυμήθηκα. Εσύ ήσουν πίσω απ όλα. Τέρας, κτήνος, δολοφόνε!» φώναζε μονάχη, χωρίς να μπορεί να την ακούσει πλέον ο Αλεξάντερ. «Έκανες το ύψιστο...», είπε και ξεψύχησε μόνη, τρομοκρατημένη, αβοήθητη. Είχε γίνει βορά ενός επικίνδυνου θηρευτή, πιο επικίνδυνου από οτιδήποτε υπήρχε εκεί μέσα. Το πλάσμα έτρωγε λαίμαργα φτύνοντας τα κομμάτια που δεν του άρεσαν ή που ήταν πολύ σκληρά. Έπειτα οσμίστηκε τον αέρα και έτρεξε με μανία ακολουθώντας τη μυρωδιά του Αλεξάντερ. Ότι κι αν ήταν, ότι κι αν ποθούσε, είχε βάλει στόχο τον άνδρα και έπρεπε να τον εξολοθρέψει. Το άψυχο κουφάρι της Αλίσα έμεινε για λίγο εγκαταλελειμμένο δίπλα σε περίεργα κρανία ζώων. Μέσα σε λίγα λεπτά, οι πεινασμένοι, που παραμόνευαν καρτερικά να φύγει το μανιασμένο κτήνος, επιτέθηκαν στα αποφάγια. Η Αλίσα είχε χαθεί για πάντα, το ίδιο και η αλήθεια που πήρε μαζί της.
 
dark3 2   Ο Αλεξάντερ σταμάτησε για λίγο να τρέχει και γονάτισε στο βδελυρό έδαφος. Είχε κουραστεί από το τρέξιμο και προσπαθούσε να αναπνεύσει λαχανιασμένα. Τα χέρια του έκαναν σπασμωδικές κινήσεις καθώς χάιδευαν το χώμα και τα πόδια του έτρεμαν χωρίς σταματημό. Ο ιδρώτας, μίγμα τρόμου και κούρασης, έτρεχε από το μέτωπο του και με κοφτές κινήσεις έφτανε στο πηγούνι. Από εκεί έκανε την τελική θυσία, βουτώντας στο κενό. Σκούπισε τα αλμυρά υγρά του σώματος του και ετοιμάστηκε να συνεχίσει, όταν ξαφνικά, μια γερασμένη, ανθρώπινη φωνή, ακούστηκε λίγα μέτρα μακριά του. Ένα όργιο χαράς ελευθερώθηκε στα σωθικά του Αλεξάντερ στρέφοντας το κεφάλι του προς τα εκεί. Ήταν η φωνή ενός ηλικιωμένου άντρα, που μιλούσε μαλακά. «Ποιος είσαι; Τι ζητάς εδώ μέσα;», είπε ευγενικά. Ο Αλεξάντερ θέλησε να απαντήσει μα το ξανασκέφτηκε. Πως μπορούσε να ξανά εμπιστευτεί κάποιον από εκεί μέσα; Όμως δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό, έπρεπε να μάθει. Έμεινε σιωπηλός για μερικά δευτερόλεπτα. Έπειτα ξάπλωσε μπρούμυτα και σύρθηκε ακολουθώντας τη φωνή του γέρου, ο οποίος συνέχιζε να μιλάει. «Σε ακούω να έρπεις κατά δω, αν είσαι από δαύτους τους πεινασμένους να ξέρεις ότι δεν μπορείς να με πιάσεις. Χάνεις τον καιρό σου!». Ο Αλεξάντερ σταμάτησε εκεί ακριβώς απ όπου έβγαινε η φωνή και προσπάθησε να καταλάβει. Κούνησε τα χέρια του στο σκοτάδι προσπαθώντας να αγγίξει το γέρο χωρίς αποτέλεσμα. Που στο καλό βρίσκονταν; θα ορκιζόταν πως ήταν δίπλα του. Μπορούσε να ακούσει τη βαριά ανάσα του και το γουργουρητό της κοιλιάς του. Έπιασε το έδαφος σέρνοντας τα χέρια γύρω του σχηματίζοντας έναν κύκλο. Η σκόνη που σηκώθηκε είχε απαίσια γεύση μα ο άντρας δεν πτοήθηκε, συνέχισε να ψάχνει στα τυφλά. Ξανά και ξανά, ώσπου τα χέρια του σκάλωσαν επάνω σε μια ραφή. Ήταν περίεργο, παράξενο. Ακολούθησε τη ραφή με τα δάχτυλα του και έκπληκτος συνειδητοποίησε πως στεκόταν πάνω από μια καταπακτή. Υπήρχε ένα μικρό άνοιγμα που λειτουργούσε σα χερούλι. Ο Αλεξάντερ έχωσε τα δάχτυλα του και σήκωσε τη μεταλλική πόρτα. «Με βρήκες!», φώναξε με τρόμο ο γέρος κλωτσώντας στα τυφλά. Ο Αλεξάντερ χώθηκε μέσα και έκλεισε την πόρτα γρήγορα. Ήταν μια μικρή καταπακτή, όχι μεγαλύτερη από 1,5 μέτρο ύψος και 4 μέτρα πλάτος. Μύριζε απλυσιά και κάτουρο και μούχλα. Του ήρθε να ξεράσει αλλά έκανε υπομονή. Καλυτέρα εκεί μέσα, παρά έξω με τα αιμοβόρα πλάσματα.
 
   - Μην ανησυχείς, γέρο. Δε θέλω να σου κάνω κακό. Ονομάζομαι Αλεξάντερ και βρέθηκα εδώ μέσα χωρίς να ξέρω το πώς και το γιατί, είπε και έκατσε κάτω. Ο γέρος ακούμπησε τα γόνατα του στο σώμα του και έγλειψε τα ξερά του χείλη.
   - Είσαι εδώ γιατί έκανες κάτι πολύ κακό. Γι αυτό και τρέμω που με βρήκες, που στέκεσαι πλάι μου.
   - Μα, εγώ δεν θυμάμαι ποιος είμαι και τι έκανα. Ή μάλλον, θυμήθηκα λίγα πράγματα. Μπόρεσα και είδα εικόνες από το παρελθόν.
   - Είδες αυτά που σου επέτρεψαν να δεις. Σιγά, σιγά θα θυμάσαι όλο και περισσότερα και στο τέλος θα θέλεις να πεθάνεις, εδώ, μέσα στην κόλαση αυτή.
   - Ίσως έχεις δίκιο, ίσως είμαι ένα κτήνος, χειρότερο από αυτό που με κυνήγησε, είπε ο Αλεξάντερ και κλότσησε το χώμα θυμωμένος. Ο γέρος τραύλισε και κούρνιασε πιο σφιχτά.
   - Κτήνος είπες; Σε κυνήγησε ο Μίλιγκρας. Ω! όχι, πρέπει να φύγεις από εδώ. Αν σε μύρισε μια φορά, τότε θα σε βρει όπου κι αν είσαι.
   - Τι είναι ο Μίλιγκρας; ρώτησε με απορία ο Αλεξάντερ. Ο γέρος έκλαψε σα μωρό παιδί και με τρεμάμενη φωνή απάντησε.
   - Ο Μίλιγκρας είναι αυτός που σκότωσε όλους τους στρατιώτες μου και...
   - Τους στρατιώτες σου; τον διέκοψε ο Αλεξάντερ. Ο γέρος σταμάτησε για λίγο και ρούφηξε τη μύτη του. Έπειτα πήρε αυστηρό ύφος και με επιτακτικό τόνο στη φωνή απάντησε.
dark3 3   - Αν θέλεις να μάθεις, αγενέστατε, τότε να βγάλεις το σκασμό και άκου. Ήταν ένα ήρεμο σαββατόβραδο του 1944, ένα χρόνο πριν τη λήξη του πολέμου, αυτού που έφερε στην ανθρωπότητα το πραγματικό κακό. Οι γερμανοί δεν είχαν φανεί όλη μέρα κι εγώ με τους άνδρες μου ξεκουραζόμασταν κάπου στα ανατολικά της Γαλλίας. Το μυαλό μου ταξίδευε στην όμορφη γυναίκα και τις κόρες μου. Ήθελα τόσο πολύ να τις σφίξω στην αγκαλιά μου, να φύγω από τον καταραμένο πόλεμο. Είχα δει πολλούς φίλους κατακρεουργημένους από την οργή του εχθρού και είχα σιχαθεί τον θάνατο. Ο δεκανέας Άλμπερτ ήρθε κοντά μου κάποια στιγμή και μου είπε ότι άκουσαν πυροβολισμούς, λίγα χιλιόμετρα μακριά μας. Αμέσως ξύπνησα όλους τους άντρες μου και κατευθυνθήκαμε προς τα εκεί. Στο δρόμο βρήκαμε μια ομάδα των συμμάχων και μας είπαν ότι οι γερμανοί είχαν πιάσει αιχμάλωτους μερικούς στρατιώτες τους. Γρήγορα και αθόρυβα βρεθήκαμε στη βάση των γερμανών. Πυκνή ομίχλη είχε πλημμυρίσει το χώρο κι αυτό ήταν υπέρ μας. Μπορούσαμε να κινηθούμε άνετα μέσα σε αυτή αποφεύγοντας τους προβολείς. Έστειλα τον Πάτρικ και τον Τζέφρι για εξερεύνηση. Ήταν οι καλύτεροι και γρηγορότεροι μου άνδρες. Σωστά παλληκάρια, ατρόμητοι ήρωες, πρόθυμοι να θυσιαστούν για τη μαμά πατρίδα. Οι δυο άνδρες, αφού εξερεύνησαν την περιοχή με προσοχή, επέστρεψαν για να δώσουν αναφορά. Μάζεψα και τους υπόλοιπους στρατιώτες μου και τους μίλησα. Τους ρώτησα αν μπορούσαν να επιτεθούν, αν είχαν αντοχή. Πάντα το έκανα αυτό για να τους κάνω να το θελήσουν οι ίδιοι, να τους ξυπνήσω τον ηρωισμό. Αυτή ήταν η επιτυχία μας, ότι η ομάδα μου λειτουργούσε χωρίς διαταγές. Επιτεθήκαμε και τους διαλύσαμε χωρίς να ζοριστούμε. Στο τέλος, αφού ελευθερώσαμε τους αιχμαλώτους, ένας γερμανός στρατιώτης, ο μοναδικός επιζών, έτρεξε σε μια υπόγεια αποθήκη. Είπε κάτι στα dark3 4γερμανικά και άνοιξε την πόρτα. Τότε τον είδα για πρώτη φορά. Τον Μίλιγκρα! Ένα από τα πιο τρομακτικά όπλα της γερμανικής υπερδύναμης. Ήταν πάνω από 2,5 μέτρα ύψος. Είχε σκληρό και αδιαπέραστο, καφέ δέρμα, με λίγες τρίχες. Είχε κοκάλινες αιχμηρές προεξοχές σε πολλά σημεία του σώματος του και μεγάλα νύχια. Το κεφάλι του θύμιζε τόσο αρκούδα όσο και άγριο θηρίο. Τρομακτική όψη, τρομακτική δύναμη. Άνοιξε τα σαγόνια του απειλητικά και μπορούσαμε να διακρίνουμε τις 3 σειρές πριονωτών δοντιών, όμοια με αυτά του καρχαρία. Ανοίξαμε πυρ εναντίον του, μα οι σφαίρες δεν τον πλήγωναν, ούτε καν μάτωνε. Βρυχήθηκε με νεύρο και επιτέθηκε χωρίς σταματημό. Τους κατασπάραξε όλους. Έμεινα μόνο εγώ και ήμουν ανίκανος να το νικήσω. Πήρα γρήγορα την απόφαση και έτρεξα μακριά για να γλιτώσω. Όταν με κατάλαβε εκείνο, έτρεξε ξοπίσω μου. Δεν ξέρω πόση ώρα έτρεχα, αλλά είχα κουραστεί. Παρ όλα αυτά συνέχισα γιατί ο φόβος υπερνικούσε την κούραση.
   Κοίταζα συνεχώς πίσω προσπαθώντας να δω το τέρας. Άκουγα το μουγκρητό του και επιτάχυνα. Ώσπου ξαφνικά βρέθηκα μπροστά σε μια ομάδα γερμανών στρατιωτών. Λαχανιασμένος, σταμάτησα και γονάτισα. Σήκωσα τα χέρια και φώναξα παραδίνομαι, αρκεί να γλιτώσω από αυτό το πλάσμα. Εκείνοι γέλασαν κοροϊδευτικά κι ένας από δαύτους με πλησίασε. Με χτύπησε στο πρόσωπο σωριάζοντας με κάτω. Έπειτα έβγαλε ένα περίεργο αντικείμενο από την τσέπη του και το έστρεψε προς τον Μίλιγκρα που έτρεχε πίσω από έμενα. Πάτησε ένα κουμπί και το μανιασμένο πλάσμα σταμάτησε. Στάθηκε μερικά μέτρα μακριά μου και με κοίταζε στα μάτια περιμένοντας μια εντολή για να με ξεσκίσει. Ο στρατιώτης είπε κάτι στα γερμανικά και το τέρας κουνήθηκε ήρεμα. Σαν εκπαιδευμένος σκύλος τον ακολούθησε σε ένα μεταλλικό κλουβί και μπήκε εκεί μέσα. Ήταν απίστευτο, έμενε ακίνητος, ναρκωμένος και περίμενε υπομονετικά να επιστρέψει στην αποθήκη του. Όσο για εμένα, δεν πέρασα όμορφα. Με φυλάκισαν, με βασάνισαν, έκαναν φρικτά πειράματα επάνω μου. Μια μέρα ξύπνησα εδώ μέσα, ολομόναχος. Δεν θυμόμουν τίποτα παρά μόνο τα βασικά. Σιγά, σιγά, όμως, η μνήμη μου επανήλθε. Μετάνιωσα για ότι έκανα, μα ήταν ήδη αργά.
   - Τι είναι αυτό το μέρος, γέρο; Μήπως είναι η κόλαση; ρώτησε ο Αλεξάντερ τρομοκρατημένος
   - Τούτο το απέραντο σκοτάδι δεν είναι η κόλαση του διαβόλου, γιε μου. Είναι η κόλαση του ανθρώπου κι εμείς πλέον δεν είμαστε τίποτα άλλο παρά πειραματόζωα.
 
Συνεχίζεται...

John Emmans

 dark3 6

 

Άρθρα & Συνεντεύξεις

Facebook Comments