Άρθρα & Συνεντεύξεις

loogoo

Απόλυτο σκοτάδι

 
 
darkness4   Ο Αλεξάντερ άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε το απόλυτο σκοτάδι! Νεκρική σιγή. Για μια στιγμή, για μια φευγαλέα στιγμή, συγκράτησε το φόβο του και σηκώθηκε όρθιος. Δεν έβλεπε τίποτα, παρά μόνο μπορούσε να μυρίσει τη δυσωδία της σαπίλας. Που στο διάολο βρισκόταν, τι του συνέβη; Κούνησε τα χέρια του στα τυφλά προσπαθώντας να πιάσει κάτι, προσπαθώντας να βρει μια έξοδο. Περπάτησε μερικά μέτρα χωρίς αποτέλεσμα και απογοητευμένος σταμάτησε. Τότε, ο φόβος ελευθερώθηκε από τα δεσμά του και ο άντρας ξέσπασε σε κλάματα. Φώναξε δυνατά, παρακάλεσε για βοήθεια, ικέτευσε για τη ζωή του. Ποιος διεστραμμένος άνθρωπος τον έβαλε εκεί μέσα, τι ήταν το εκεί μέσα; Κι αν, κι αν δεν τον έβαλε άνθρωπος, τότε, τι, ποιος; Χτύπησε με δύναμη το κεφάλι του προσπαθώντας να το ξεμπλοκάρει, προσπαθώντας να το κάνει να θυμηθεί που βρισκόταν πριν. Ένα κύμα αναμνήσεων μπέρδεψε περισσότερο τον άντρα. Θυμήθηκε διάσπαρτα κομμάτια χωρίς νόημα. Η Τατιάνα, το διαζύγιο, ο τσακωμός, το αυτοκίνητο, το ταξίδι, το χρέος, το ξενύχτι. Ο Αλεξάντερ ένιωσε την απηνή παγωνιά του σκοταδιού που διαπερνούσε το κορμί του. Έτριψε με τα χέρια του τα μπράτσα και τον θώρακα του προσπαθώντας να ζεσταθεί, προσπαθώντας να νιώσει ασφάλεια. Τα χνώτα του έβγαιναν αβίαστα και πνίγονταν στο απόλυτο σκοτάδι. Άπλωσε και πάλι τα χέρια του κουνώντας τα δεξιά κι αριστερά. Προσπαθούσε να αγγίξει κάτι, οτιδήποτε, για να ηρεμήσει. Μήπως όμως δεν ήταν καλή ιδέα; Μήπως θα έβρισκε κάτι ακόμη χειρότερο; Σταμάτησε και πάλι να προσπαθεί, χωρίς να ξέρει αν ήταν μέσα σε δωμάτιο ή σπηλιά ή σε άλλο κόσμο. Ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται και γονάτισε αγγίζοντας με τα χέρια του το έδαφος. Η υφή του εδάφους ήταν μαλακή. Ψηλάφησε, σπρώχνοντας τις παλάμες προς τα δεξιά. Υπήρχε κάτι κολλώδες, κάτι αηδιαστικό που θα μπορούσε να ήταν οτιδήποτε. Ο Αλεξάντερ έπιασε με το χέρι το στόμα του, προσπαθώντας να φράξει το φαγητό που είχε καταναλώσει πριν από, από, ποιος ξέρει πόση ώρα πριν; Ξέρασε βίαια και σύρθηκε προς τα πίσω με τον πισινό του. Σκούπισε τα αποφάγια και τα υπολείμματα από το στόμα του ψελλίζοντας ασυναρτησίες. Το σκοτάδι τάραζε την ψυχοσύνθεση του, τσάκιζε τα νεύρα του και όσο κι αν προσπαθούσε να μείνει ήρεμος, τόσο πιο κοντά έφτανε στην τρέλα. Δεν υπήρχε σωτηρία, δεν υπήρχε έλεος για αυτόν. Μόνο ένα πράγμα μπορούσε να κάνει. Κλαίγοντας, σηκώθηκε όρθιος και φώναξε δυνατά... «Βοήθειαααααααααααα!!!» Φώναξε ξανά και ξανά, για περίπου είκοσι λεπτά. Καμιά απάντηση, κανένας ήχος, κανένα σημείο ζωής. Προσπάθησε να ηρεμήσει, να βρει κουράγιο και να σκεφτεί λογικά. Αφού η όραση του ήταν άχρηστη, έπρεπε να χρησιμοποιήσει τις υπόλοιπες αισθήσεις για να τα καταφέρει. Είχε στη διάθεση του την αφή, την ακοή, την όσφρηση και τη γεύση. Ξάπλωσε ήρεμα και ακούμπησε το δεξί αυτί του στο έδαφος. Έμεινε εκεί μερικά λεπτά ακούγοντας προσεκτικά, προσπαθώντας να πιάσει την παραμικρή δόνηση.
 
   Και τότε ένιωσε! Ένιωσε το έδαφος να τραντάζεται ελαφρά. Μια περίεργη δόνηση που έμοιαζε με βαρύ πάτημα, ίσως κάποιου πελώριου ζώου. Δεν υπήρχε αμφιβολία, κάτι περπατούσε αρκετά μακριά του. Ήταν ελέφαντας, δεινόσαυρος, ή κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο; Πόσο γελοίος ένιωσε για τη σκέψη του αυτή, μα και πόσο τυχερός που πήρε ένδειξη ζωής; Συγκεντρώθηκε και άκουσε πιο προσεκτικά. Η δόνηση ερχόταν από βορειοδυτικά. Ο άντρας σύρθηκε, ακολουθώντας το μονοπάτι του εδάφους, το οποίο μαρτυρούσε την πορεία του γίγαντα. Σερνόταν για περίπου μίση ώρα, κάνοντας που και που μια στάση, βάζοντας το αυτί του στο έδαφος για να νιώσει τον παλμό. Πλησίαζε επικίνδυνα. Οι αγκώνες του διαμαρτυρήθηκαν έντονα από τον πόνο, αναγκάζοντας τον να σταματήσει. Ξαφνικά, το αίμα του πάγωσε και οι χειρότεροι εφιάλτες του πήραν σάρκα και οστά. Εκεί, σε απόσταση μόλις μερικών μέτρων, κάτι εξωπραγματικό πλησίαζε τον Αλεξάντερ. Μπορούσε να το ακούσει, να το νιώσει. darknessΕίχε βαριά ανάσα και μούγκριζε με μανία καθώς προχωρούσε στο σκοτάδι. Ήταν σίγουρα τρομακτικό, μα δεν ήταν αυτό που προκαλούσε τη δόνηση στο έδαφος. Το πλάσμα αυτό πρέπει να είχε δυο μετρά ύψος, όπως υπολόγισε στο περίπου ο Αλεξάντερ. Το φαντάστηκε χοντροκομμένο και με εξογκώματα στο σώμα. Ο βρυχηθμός του θύμιζε έντονα αυτόν του λιονταριού, γι αυτό και η όψη του θα έμοιαζε με του άγριου θηρίου. Ήταν σίγουρα επικίνδυνο, το θέμα ήταν αν μπορούσε να δει τον άνδρα μέσα στο σκοτάδι. Ο Αλεξάντερ έπιανε το στόμα του για να μην τσιρίξει από τρόμο και έμεινε ακίνητος στο έδαφος. Τα μάτια του τρεμόπαιζαν και το μυαλό του εγκατέλειπε τη λογική. Αυτό που βίωνε ήταν ένα άτεγκτο βασανιστήριο κι ο ίδιος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να λυτρωθεί. Το πόδι του πλάσματος πάτησε ακριβώς διπλά από το πρόσωπο του. Μόλις λίγα εκατοστά πιο εκεί και θα έλιωνε το κρανίο του. Τον προσπέρασε αργά, σέρνοντας με το ζόρι το κορμί του, το οποίο στήριζε πάνω στα δυο γεροδεμένα πόδια του. Τι φρίκη! Το άκουγε να απομακρύνεται, ώσπου στο τέλος, ο ήχος των βημάτων του πάνω στο μαλακό έδαφος, χάθηκε. Ο Αλεξάντερ ελευθέρωσε το στόμα του και σοκαρισμένος φώναξε, «θεέ μου, που βρίσκομαι;» Τότε, ένας γήινος, ανθρώπινος ήχος, ακούστηκε μερικά μέτρα μακριά του. «Ποιος είναι εκεί;», φώναξε με χαρά ελπίζοντας να βρήκε κάποιον. «Έλα εδώ, μην κάνεις θόρυβο και μίλα ψιθυριστά», του απάντησε μια γυναικεία φωνή. Ο Αλεξάντερ προχώρησε στα τέσσερα προς τη μυστηριώδης φωνή. «Που είσαι;», ρωτούσε ξανά και ξανά, προσπαθώντας να ακολουθήσει τη φωνή. «Εδώ, κάνε γρήγορα και μίλα χαμηλόφωνα, διάολε» του απαντούσε ψιθυριστά. Ξαφνικά δυο αόρατα χέρια τον γράπωσαν και τον τράβηξαν προς τα πίσω. Το ένα χέρι φίμωσε το στόμα του απαλά. «Είμαι η Αλίσα», του είπε χαμηλόφωνα. «Μείνε εδώ και μη μιλάς δυνατά» Ο άντρας δάκρυσε από χαρά και την έσφιξε στην αγκαλιά του, ψιθυρίζοντας «ευχαριστώ, ευχαριστώ, ευχαριστώ... είμαι ο Αλεξάντερ»
 
darkness6   Έμειναν για λίγο αγκαλιασμένοι, χωρίς να μιλάνε. Το είχαν ανάγκη και οι δυο. Άγγιζαν ο ένας το πρόσωπο του άλλου, προσπαθώντας να νιώσουν ανθρωπιά, ζεστασιά, συναισθήματα οικεία. Αυτό ήταν σπουδαίο και για τους δυο. Μέσα στο σκοτάδι, στο απόλυτο τίποτα, είχαν καταφέρει να βρουν την ελπίδα. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να συναρμολογήσουν τα σπασμένα κομμάτια του θάρρους τους και να πολεμήσουν το σκότος με φως. Πως θα το έκαναν αυτό; Αυτή ήταν η δοκιμασία τους. Αυτό ήταν το αίνιγμα που έπρεπε να λύσουν πρώτα απ όλα. Αφού φίλησε στοργικά το μέτωπο του Αλεξάντερ, η Αλίσα, ψιθύρισε στο αυτί του.
- Πρέπει να προχωρήσουμε, καλέ μου.
- Περίμενε, περίμενε. Πρώτα απ όλα πρέπει να οργανωθούμε. Ξέρουμε ότι βρισκόμαστε σε ένα μεγάλο χώρο πλημυρισμένο στο σκοτάδι. Δε βλέπουμε τίποτα. Ακούμε όμως! Πριν φτάσω εδώ, ένιωσα μια μεγάλη δόνηση. Κάτι πραγματικά μεγάλο περπατούσε αργά τραντάζοντας το έδαφος. Έπειτα, αυτό το τρομακτικό ον που γρύλιζε θυμωμένα, πέρασε από κοντά μου και...
- Το ξέρω, τον διέκοψε η γυναίκα. Το άκουσα κι εγώ κι αν δε μιλούσες, δεν θα συναντιόμασταν ποτέ! Ξύπνησα μέσα στο σκοτάδι, Αλεξάντερ. Δεν ξέρω πόσες ημέρες ή ώρες πριν. Έχασα το μέτρημα. Στην αρχή φώναζα δυνατά, παρακαλούσα για βοήθεια και έψαχνα την έξοδο σοκαρισμένη. Δε θυμόμουν πως έφτασα εδώ. Περιπλανιόμουν στα χαμένα και πραγματικά θα τρελαινόμουν αν δεν έβρισκα εκείνον τον άνθρωπο. Εκείνον που..
Είπε και ξέσπασε σε κλάματα. Ο Αλεξάντερ την αγκάλιασε και την έσφιξε δυνατά.
- Ησύχασε, τώρα είμαστε μαζί, δεν θα σε αφήσω. Σε χρειάζομαι όσο κι εσύ εμένα.
- Μα, δεν καταλαβαίνεις, είπε η Αλίσα και ελευθερώθηκε από την αγκαλιά του. Υπάρχει κάτι κακό εδώ μέσα! Εκείνος ο άνθρωπος. Ήταν ξαπλωμένος στο έδαφος, τραυματισμένος, κατακρεουργημένος. Με άκουσε να φωνάζω και με κάλεσε κοντά του. Μου είπε να μείνω σιωπηλή. Ότι κι αν ακούσω να μην πλησιάσω και να προσπαθώ να είμαι αθόρυβη. Πράγμα που δεν είχε κάνει εκείνος. Του επιτέθηκαν επειδή φώναζε τρομαγμένος. Τον κατασπάραξαν ζωντανό και τον άφησαν να πεθάνει αργά, μέσα στο σκοτάδι. Δεν μπορούσα να δω τα τραύματα του, μα, άπλωσα το χέρι μου και ψηλάφησα το κορμί του. Ήταν απαίσιο, Αλεξάντερ. Έλειπαν τα πόδια, το ένα χέρι και μεγάλο τμήμα των πλευρών. Μέσα σε λίγα λεπτά πέθανε από αιμορραγία. Πριν ξεψυχήσει όμως, μου είπε για το φως που είδε σε κάποιο σημείο. Εκεί να πας, μου είπε και να προσέχεις τους πεινασμένους. Σκούπισα στα ρούχα μου το ζεστό αίμα που είχε ποτίσει τα χέρια μου και έτρεξα μακριά. Άκουσα κραυγές ανθρώπων και απόκοσμους ήχους.
- Θα φτάσουμε στο φως, Αλίσα!, είπε με ζωντάνια ο άντρας και έσφιξε τους ώμους της. Ότι κι αν γίνει θα σε βγάλω από εδώ μέσα. Όμως πες μου, περιέγραψε μου, πως είσαι εξωτερικά;
Γέλασαν αυθόρμητα και οι δυο.
- Λοιπόν, καταρχάς έκλεισα τα 30 και είμαι παιδίατρος. Είμαι 1,67, έχω κόκκινα μαλλιά και πράσινα μάτια. Ζυγίζω 62 κιλά. Δε με λες και όμορφη, αλλά όχι και άσχημη. Εσύ;
- Εγώ είμαι 35 και εργάζομαι στο δήμο. Είμαι 1, 90, με ξανθά μαλλιά και καφέ μάτια. Ζυγίζω 85 κιλά. Τώρα, αν ρωτάς αν είμαι όμορφος, αυτό θα πρέπει να το απαντήσουν οι τρεις και μοναδικές γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή μου.
 
darkness3   Οι δυο σύμμαχοι περπατούσαν αργά μέσα στο σκοτάδι πιασμένοι χέρι-χέρι. Κρύωναν, πεινούσαν, διψούσαν, μα, δε φοβόντουσαν πλέον. Είχαν ο ένας τον άλλο και η ελπίδα ότι θα βρουν το σημείο με το φως τάϊζε το θάρρος τους. Ήταν απίστευτο, δυο ξένοι, ένας άντρας και μια γυναίκα, ένωναν τις δυνάμεις τους ενάντια στο σκοτάδι. Ο Αλεξάντερ σκεπτόταν την πρώην γυναίκα του και την πεντάχρονη κόρη του, την Σάντρα. Πόσο του έλειπε η μικρή του πριγκίπισσα, πόσο λαχταρούσε να την σφίξει στην αγκαλιά του... Άραγε, τι να έκανε εκείνη τη στιγμή; Έπαιζε με τις κούκλες της ή παρακολουθούσε την αγαπημένη της ταινία στο dvd; Η Αλίσα ήθελε να τρέξει στον αρραβωνιαστικό της, να τον φιλήσει με πάθος, να μείνει στην αγκαλιά του για πάντα. Να ταξιδέψουν μακριά, στην Καραϊβική, που τόσο αγαπούσαν και οι δυο. Το μυαλό της χόρεψε ρυθμικά έναν ζωηρό χορό και σκέψεις πολλές χειροκρότησαν με θαυμασμό. Γιατί ήταν εκεί μέσα, τι κοινό είχε με τον Αλεξάντερ; Μήπως είχαν το ίδιο θανάσιμο μυστικό; Εκείνο που η Αλίσα δεν μπορούσε να ξεχάσει ποτέ, εκείνο που στοίχειωνε τη ζωή της, αυτό έφταιγε; Ετοιμάστηκε να μιλήσει, να απευθύνει την ερώτηση στον Αλεξάντερ και να εξομολογηθεί το μυστικό της. Όμως, τα πόδια της σκόνταψαν πάνω σε κάτι σκληρό και σωριάστηκε στο έδαφος, τραβώντας τον Αλεξάντερ μαζί της. «Είμαι καλά», φώναξε εκείνος και ψηλάφησε το αντικείμενο που τους έριξε κάτω. Τα χέρια του γλίστρησαν πάνω σε ένα άψυχο κορμί, ένα πτώμα. Άντρας ήταν! Η κοιλία του ήταν ανοιχτή και κούφια. Κάποιος είχε αφαιρέσει τα ζωτικά όργανα κουρελιάζοντας τη σάρκα. Ο Αλεξάντερ δεν είπε τίποτα για να μην αναστατώσει τη γυναίκα. Τα χέρια του προχώρησαν δίπλα από το νεκρό και έπιασαν έναν σάκο. Τον επεξεργάστηκε για λίγο κι έπειτα τον πήρε στα χέρια του. «Βρήκα ένα σάκο», είπε χαρούμενος και αγκάλιασε την Αλίσα. Απομακρύνθηκαν μερικά μέτρα μακριά κι εκείνος άνοιξε το σάκο. Έχωσε το μακρύ του χέρι βαθιά κι έβγαλε μερικά ρούχα. Τα πέταξε και ξανά προσπάθησε. «Έχει ένα κουτί με φαγώσιμα», είπε γελώντας δυνατά από ενθουσιασμό και κούνησε το κουτί δίπλα στο αυτί του. «Μπισκότα πρέπει να είναι!», είπε και πάλι δυνατά, χωρίς να ελέγξει τον τόνο της φωνής του. «Σςςς.. μίλα πιο σιγά!», τον μάλωσε η Αλίσα. Εκείνος όμως δεν μπορούσε να σταματήσει να μιλάει. «Ω! φίλη μου, έχει και ένα μπουκάλι με υγρό, ίσως είναι νερό, έχει και κάτι άλλο φαγώσιμο και... και... δεν θα το πιστέψεις!» Η γυναίκα μπορούσε να ακούσει τα βήματα που πλησίαζαν όλο ένα και πιο κοντά τους, τα περίεργα
μουγκρητά. «Αλεξάντερ, κάποιος πλησιάζει, πάμε να φύγουμε», είπε η γυναίκα χαμηλόφωνα και έσφιξε τον καρπό του χεριού του. «Πάψε, βρήκα ένα φακό, γαμώτο», είπε ο άντρας και με ενθουσιασμό τον άναψε. «Όχι!», είπε εκείνη με τρόμο, μα, για πρώτη φορά μετά από ώρα, ένα δυνατό φως βγήκε από τον επαγγελματικό φακό και πυροβόλησε το σκοτάδι. Η δέσμη φωτός έπεσε στο έδαφος και επιτέλους μπορούσαν να δουν το καφέ χώμα. Ο Αλεξάντερ σημάδεψε το έδαφος γύρω τους. Υπήρχαν κατακρεουργημένα ανθρώπινα μέρη παντού! Μισοφαγωμένα πτώματα, αίμα και μαύρα, κολλώδη υγρά. Ήταν φρικτό! Ήταν απαίσιο! Έπειτα, με αργές κινήσεις, έστρεψε το φακό στο πρόσωπο της Αλίσα. Ήθελε κολασμένα να την δει κι έπειτα να στρέψει το φακό στο δικό του πρόσωπο, για να τον δει κι αυτή! Αυτή τη φορά όμως, το φως που έπεσε πάνω στη γυναίκα, φανέρωσε κάτι πιο τρομακτικό, κάτι αιμοβόρο και ύπουλο. Ο Αλεξάντερ φώναξε δυνατά «Αααααααα!!!»....
 
 
John Emmans
darkness2

 

Άρθρα & Συνεντεύξεις

Facebook Comments