Άρθρα & Συνεντεύξεις

loogoo

Ο άντρας με το σιδερένιο πόδι

 
   Ο Παντελής πετάχτηκε από το κρεβάτι του. Το μικρό φως του δωματίου του ήταν ακόμα αναμμένο. Ο ιδρώτας είχε λούσει το μικρό προσωπάκι του και ένιωθε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Ξεσκεπάστηκε, τα χεράκια του, λεπτά σαν ξυλαράκια, έτρεμαν από φόβο. Πάτησε τα πόδια του στο μαλακό χαλί και ένιωσε τη ζεστασιά του. Ένιωσε οικεία. Έτριψε τα μάτια του. Περπάτησε έως την πόρτα. Παντού σκοτάδι, ήταν ακόμα νύχτα. Ο μικρός Παντελής δεν ήξερε την ώρα. Ήξερε ότι όταν έχει φως έχει ξημερώσει και όταν είναι έξω σκοτάδι είναι νύχτα.

   Πλησίασε την κλειστή πόρτα του δωματίου, με τα ποδαράκια του να σέρνονται από φόβο. Άγγιξε το πόμολο και έβαλε όλη του τη δύναμη να την ανοίξει, κατάφερε να την σπρώξει και τράβηξε προς το δωμάτιο των γονιών του. Τα απαλά βήματα του παιδιού τα άκουσε η Μαρίνα. Ποτέ δεν κοιμόταν βαριά από όταν μεταφέρθηκε ο μικρός στο δικό του δωμάτιο. Είχε πάντα το νου της μήπως και ξυπνήσει. Τον τελευταίο καιρό, το βασάνιζε ένας συγκεκριμένος εφιάλτης και σαν αποτέλεσμα αυτού ήταν να ξυπνά μέσα στη νύχτα και να καταλήγει στο δωμάτιο των γονιών του. Κάθε φορά που συνέβαινε αυτό, η αυγή τον έβρισκε στην αγκαλιά των γονιών του.
 
siderenio2041
-Παντελή μου….
Ψιθύρισε η Μαρίνα.
-Μαμά, θέλω να κοιμηθώ μαζί σου.
-Έλα αντράκι μου.
Σήκωσε το πάπλωμά της και τον κάλεσε να κρυφτεί στην αγκαλιά της. Εκείνο έτρεξε, στο απάγκιο που του πρόσφερε η μυρωδιά της, εκείνη η ζεστασιά και η ανάσα της.
-Μαμά, πάλι είδα τον άντρα με το σιδερένιο πόδι.
Της είπε χαμηλόφωνα.
-Όνειρο ήταν, αγάπη μου, μη φοβάσαι.

   Του έδωσε ένα γλυκό φιλί στο κεφάλι και ο Παντελής έκλεισε τα μάτια του. Τίποτα πια δεν μπορούσε να τον πειράξει, ήταν εκείνη εκεί να τον προστατέψει. Η νύχτα εκείνη πέρασε, όπως πολλές άλλες που έκαναν τον Παντελή να τρομάξει από το ίδιο όνειρο κάθε φορά. Στο πρόσωπο και την αγκαλιά της μητέρας του έβρισκε πάντα την αξία της πραγματικής αγάπης και προστασίας, όταν την είχε ανάγκη.

   Μεγάλωσε… Ο εφιάλτης άρχισε να ξεθωριάζει, είχε φτάσει πια στο τέλος του δημοτικού. Είχε κάνει τις παρέες του, η συναναστροφή με τα άλλα παιδιά, το διάβασμα και γενικά το γεγονός ότι το μυαλό του ήταν μόνιμα απασχολημένο, τον έκανε να ξεχνά τον τρομαχτικό ήχο του σιδερένιου ποδιού.

   Η μητέρα του το έψαξε όσο μπορούσε. Επισκέφθηκε ειδικούς και ζήτησε τη γνώμη τους, σχετικά με το πρόβλημα του Παντελή με τους εφιάλτες. Ήταν σίγουρη ότι κάτι τον άγχωνε και του έβγαινε υποσυνείδητα στον ύπνο του. Δεν χρειάστηκε όμως. Η ζωή τους προχωρούσε κανονικά δίχως προβλήματα. Κάπου κάπου το συζητούσε με τη μητέρα του… την εμπειρία των παιδικών του χρόνων. Βέβαια οι συζητήσεις αυτές δεν είχαν κανενός είδους σοβαρότητα, μια και τα θεωρούσε όλα αυτά σαν μια ανάμνηση πια. Θεωρούσε τον εαυτό του «κότα», όπως έλεγε, που φοβόταν ένα όνειρο.
 
siderenio2042
   Ο Παντελής σπούδασε, τα χρόνια πέρασαν, η ζωή του ήταν όμορφη. Κατάφερε να πιάσει δουλειά και να εδραιωθεί στην εταιρεία του, αναρριχήθηκε γρήγορα σε περίοπτη θέση, λόγω των σπουδών του και του χαρακτήρα του. Ύστερα ήρθε ο έρωτας με τη γυναίκα της ζωής του. Αργότερα ήρθαν τα παιδιά. Ο εφιάλτης είχε πλέον ξεχαστεί τελείως. Όταν το άγχος της δουλειάς και της οικογένειας τον έπνιγε, τότε μόνο θυμόταν τον ήχο που τον τρόμαζε στα όνειρα του.

siderenio2043   Στα τριάντα πέντε του, άξαφνα, σήκωσε υψηλό πυρετό. Έκατσε αρκετές ημέρες στο σπίτι γιατί ο πυρετός δεν έπεφτε. Ο παθολόγος που τον κούραρε δεν ανησύχησε, τον πληροφόρησε ότι ίσως έφταιγε η κούραση του τελευταίου μήνα. Ήταν γεγονός ότι η δουλειά του τις περισσότερες φορές τον εξαντλούσε, τον τελευταίο μήνα, πριν εμφανιστεί ο πυρετός, είχε κουραστεί αρκετά. Έτσι ο γιατρός αιτιολόγησε την αδιαθεσία του ως υπερκόπωση και του έγραψε μια πολυήμερα άδεια. Ο πυρετός με την φροντίδα της γυναίκας του, αλλά και του γιατρού του, έπεσε. Όμως μια περίεργη κούραση είχε καταβάλει το σώμα του. Το πρωί, όταν σηκωνόταν από το κρεβάτι, ένιωθε τα γόνατα και τους αστραγάλους του πιασμένους, μέχρι να καταφέρει να περπατήσει περνούσε ένα μισάωρο. Έτσι άρχισε να αργεί στην εργασία του, πράγμα το οποίο παρατήρησε ο προϊστάμενός του.

   Ο Παντελής είχε καταφέρει με την συμπεριφορά και την αγάπη του για την δουλειά του, να έχει δίπλα του τους ανωτέρους του. Έτσι και τώρα. Ο προϊστάμενός του το συμβούλεψε να το κοιτάξει, ο Παντελής όμως δεν το θεώρησε κάτι σοβαρό. Ο καιρός πέρασε, ο Παντελής ξυπνούσε πλέον πιο νωρίς για να καταφέρει να είναι στην δουλειά του στην ώρα του. Προσπαθούσε να τρώει σωστά, να γυμνάζεται. Η ζωή του όμως είχε αλλάξει. Και παρά το ότι ένα κουδουνάκι τον ειδοποιούσε πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τις αρθρώσεις του, εκείνος επέμενε να μην το δέχεται.

   Η πρωινή δυσκαμψία έγινε πια φανερή στα μάτια της οικογένειας. Όλοι προσπαθούσαν να του αλλάξουν την άρνηση που τον είχε γραπώσει με τα νύχια της και τον έκανε να μην βλέπει την αλήθεια. Αναγκάστηκε να επισκεφτεί γιατρό και να του επιστήσει την προσοχή, μια και είχε αφήσει την κατάσταση να φτάσει στο απροχώρητο. Η ζωή του άλλαξε, γέμισε η καθημερινότητά του φάρμακα. Μετάνιωνε για την απερισκεψία του. Οι πόνοι… αφόρητοι… Τα φάρμακα βοηθούσαν να μην πονά, όχι όμως να σταματήσουν τη νόσο του κολλαγόνου, όπως την είχε αποκαλέσει ο γιατρός του, απλά καθυστερούσαν την εξέλιξη.

   Θέλοντας και μη, δέχτηκε τη νέα τάξη πραγμάτων που είχε αλλάξει δραματικά τη ζωή του. Έψαξε το ιατρικό ιστορικό της οικογένειάς του, μήπως ανακαλύψει αν ήταν κληρονομικό. Κλίστηκε στον εαυτό του. Λίγους δεχόταν δίπλα του, θεωρούσε ότι όλοι τον κοίταζαν με λύπηση. Αποξενώθηκε από τη γυναίκα και τα παιδιά του. Η κατάθλιψη είχε πια εγκατασταθεί στην ψυχή του, πιο πολύ νοσούσε η ψυχή παρά το σώμα του. Στη δουλειά πια αργούσε αρκετά, αλλά όλοι γνώριζαν το πρόβλημά του. Έτσι κατανοούσαν.

   Στην τελευταία επίσκεψη στο γιατρό του, ο τελευταίος του πρότεινε να χρησιμοποιήσει ένα μπαστούνι ή μια πατερίτσα στο περπάτημα. Κινδύνευε να πέσει και να χτυπήσει, οι τένοντες της ποδοκνημικής είχαν υποστεί μεγάλη βλάβη και κάθε του βήμα ήταν μια μικρή απειλή. Το πήρε απόφαση, παράγγειλε στη γυναίκα του να του αγοράσει ένα σύγχρονο σπαστό μπαστούνι, ώστε να το χρησιμοποιεί όταν το χρειάζεται. Αυτή η εμμονή ότι ο κόσμος τον κοιτούσε με μισό μάτι για το πρόβλημά του δεν μπορούσε να βγει από το μυαλό του.
 
siderenio2045
   Το μπαστούνι έφτασε στο σπίτι ένα απόγευμα. Το κοίταξε με μίσος. Όχι, δεν θα το χρειαζόταν για πάντα. Ήταν μόνο για λίγο, η ζωή του θα γυρνούσε στην κανονικότητα. Θα γινόταν και πάλι φυσιολογικός. Σκέψεις επί ματαίω… Σκέψεις ενός μυαλού θολού που δεν καταφέρνει να δει την πραγματικότητα κατάματα. Το άγγιξε και το κράτησε, είχαν αρχίσει να πονάνε πια και οι καρποί του… Γέλασε με το χάλι του. Γέλασε δυνατά.

Η γυναίκα του τον άκουσε. Πήγε κοντά του...
-Προς τι ο γέλωτας, μάτια μου;
-Μάτια σου, μάτια σου, αλλά για δες… Μπαστούνι στα σαράντα μου.
-Ε και; Κάποτε το κρατούσαν ως αξεσουάρ… Μωρέ, Παντελή μου… Δες τη θετική πλευρά των πραγμάτων. Δεν πεθαίνεις κιόλας. Δεν θα μείνεις παράλυτος, όλοι στο έχουν πει. Για την αποφόρτιση των αρθρώσεών σου το κρατάς.
-Εντάξει, εντάξει, θα προσπαθήσω.

   Ο νέος του φίλος φάνηκε σωτήριος. Το βοηθούσε πολύ στο βάδισμα και δεν φοβόταν. Ένα απόγευμα, καθώς γυρνούσε από την πλατεία, το αυτί του έπιασε τον ήχο που έκανε το μπαστούνι, καθώς το ακουμπούσε στο δάπεδο πριν από το δικό του βήμα. Ήταν ο ίδιος ήχος με εκείνον του άντρα που τον στοίχειωνε στην παιδική του ηλικία. Αρχικά ταράχτηκε, έπειτα χαμογέλασε. Ο ήχος όμως συνέχισε να τον επηρεάζει όλο και πιο πολύ. Σήκωσε το μπαστούνι να δει αν είχε φθαρεί η τάπα που είχε στο τελείωμά του. Όχι, ήταν άρτιο. Συνέχισε το περπάτημα. Έφτασε στο σπίτι του. Μπαίνοντας στο ασανσέρ άφησε ελεύθερο τον εαυτό του και έκλαψε όσο δεν είχε κλάψει ποτέ στη ζωή του.

   Εν τέλει δεν ήταν όνειρο. Δεν ήταν εφιάλτης, ήταν ένα προμήνυμα του σύμπαντος για αυτά που θα ακολουθούσαν, ο άντρας με το σιδερένιο πόδι ήταν ο ίδιος και φοβόταν τον ίδιο του τον εαυτό...

Κατερίνα Σωπύλη-Κονίτσα
 

Άρθρα & Συνεντεύξεις