Άρθρα & Συνεντεύξεις

Αυτό στο κελάρι...

 
kel
   Ο δόκτωρ Μπάρνι περπατούσε ολομόναχος στο σκοτεινό δάσος, έχοντας συντροφιά του το ολόγιομο φεγγάρι. Ήταν άγρια μεσάνυχτα και το κρύο τσουχτερό. Το αυτοκίνητο του είχε χαλάσει στη μέση της εθνικής, αναγκάζοντας τον να διασχίσει το πυκνό δάσος για να αναζητήσει βοήθεια στο χωριό, που ήταν λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά. Ο δόκτωρ Μπάρνι ήταν σχετικά κοντός, και αδύνατος. Με το ζόρι ζύγιζε πενήντα πέντε κιλά, και το φαγητό ήταν μια κουραστική υποχρέωση που έπρεπε να υποστεί για να μείνει ζωντανός. Τα σκούρα σγουρά μαλλιά του του χάριζαν μια αστεία όψη, καθώς κουλουριάζονταν από το φτηνό τζελ. Η εξωτερική εμφάνιση δεν ενδιέφερε τον επιστήμονα, γι' αυτό και επέλεγε πάντα απλά ρούχα, ατημέλητο λουκ. Οι έξυπνοι άνθρωποι γοήτευαν το δόκτορα, όχι οι όμορφοι, οι ανόητοι. Ακόμα κι όταν επέλεγε ερωτικό σύντροφο, έψαχνε ευφυΐα, όχι ομορφιά. Πριν δυο μήνες είχε χωρίσει από τον αγαπημένο του Τζόναθαν και δεν μπορούσε να συνέλθει από το χωρισμό. Τον αγαπούσε τον μπάσταρδο! Πως μπόρεσε να του φερθεί τόσο σκάρτα, να τον απατήσει με εκείνο το ελεεινό αγόρι από τη Νέα Υόρκη; Δεν μπορούσε να του το συγχωρήσει με τίποτα, όσο κι αν πονούσε. Ήταν μέρες που έπιανε το τηλέφωνο και ήθελε να τον καλέσει, να του πει "Σ' αγαπώ! Σε συγχωρώ!". Όμως όχι, έπρεπε να πάει παρακάτω. Όμως, κανένας άνδρας δεν είχε τόσα πολλά χαρίσματα όσο ο Τζόναθαν του. Ήταν αστείος, όμορφος, γυμνασμένος, έξυπνος, με ουσία και, ναι, ήταν υπέροχος εραστής. Αρσενικός και βίαιος.

kelar2   Το θρόισμα του άνεμου αναστάτωσε τις σκέψεις του δόκτορα, αναγκάζοντας τον να επιστρέψει στο τρομακτικό τοπίο. Ένα πουλί πετάχτηκε απότομα από ένα θάμνο, κρατώντας στο στόμα του ένα μικρό θηλαστικό που σφάδαζε από τον πόνο. Κοίταξε μερικά δευτερόλεπτα τον άνδρα, καθώς το πλασματάκι που είχε στο ράμφος του χτυπιόταν προσπαθώντας να ελευθερωθεί. Έπειτα, άνοιξε τα φτερά του και πέταξε μακριά. Ο δόκτωρ Μπάρνι έπιασε το στόμα του και θέλησε να ξεράσει το τσιζμπεργκερ και την κόλα που είχε καταναλώσει στο δρόμο. Το βλέμμα του χάθηκε στο κενό και ο αδιαλάλητος φόβος του επιτέθηκε, χωρίς οίκτο, στην ισχνή ψυχή του. Τα μαύρα μάτια του θόλωσαν για λίγο, κι έπειτα καρφώθηκαν στο φως που με το ζόρι έβγαινε πίσω από τα δέντρα. Πλησίασε νωχελικά και γεμάτος τρόμο. Έπιασε τον κορμό ενός δέντρου και κρύφτηκε πίσω του. Κοίταξε δειλά, το φως στο βάθος του δάσους που έβγαινε από μια ορφανή, πλινθόκτιστη καλύβα. Έμοιαζε απόρθητη με δυο οχυρωμένα παράθυρα στο πλάι. Από την καμινάδα έβγαινε καπνός, σημάδι πως κάποιος ήταν μέσα. Προχώρησε βιαστικά και, χωρίς δεύτερη σκέψη, ανέβηκε τις ξύλινες σκάλες. Προσπάθησε να κοιτάξει μέσα από το παράθυρο, μα οι κουρτίνες ήταν αδιαφανείς. Στάθηκε μπροστά από την πόρτα και ακούμπησε το αυτί του πάνω της για να ακούσει. Πριν όμως προλάβει, εκείνη άνοιξε απότομα κι ένας γέρος με μούσι εμφανίστηκε. Είχε αυστηρό βλέμμα, διαπεραστικό, μοχθηρό. Τα γκρίζα μαλλιά του έμοιαζαν άλουστα και το πλατύ του πρόσωπο ήταν γεμάτο ρυτίδες. Η μεγάλη, γαμψή του μύτη είχε κόκκινα σημάδια, και μια μεγάλη κρεατοελιά στόλιζε το πηγούνι του. Ήταν ψηλός, αδύνατος, με πεταχτή κοιλιά και φαρδιά λεκάνη.
 
   Ο δόκτωρ Μπάρνι πρότεινε το χέρι του και προσπάθησε να συστηθεί με σεβασμό.
 
kelar7«Καλησπέρα, συγγνώμη που ενοχλώ τέτοια ώρα κύριε, μα, να, ξέρετε, το αυτοκίνητο μου χάλασε στην εθνική και εγώ..»
   «Πέρνα μέσα άνθρωπε, έχει ψόφο εδώ έξω. Είσαι τυχερός, έχει περισσέψει σούπα και ζεστό ρόφημα!», τον διέκοψε ο ηλικιωμένος άνδρας σουφρώνοντας τα φρύδια. Ο δόκτορας κοντοστάθηκε για λίγο κι έπειτα έκανε ένα βήμα προς τα πίσω.
«Δε θέλω να σας ενοχλήσω κύριε, είναι πραγματικά αργά. Ονομάζομαι Μπάρνι Γουάιτ και είμαι γιατρός στο νοσοκομείο της Τέσθλ. Θα ήθελα μόνο να χρησιμοποιήσω το τηλέφωνο σας, αν γίνεται...» 
   Ο γέρος πρότεινε το χέρι του χαμογελώντας. «Διάολε, ένας γιατρός! Ότι σε χρειαζόμουν. Είμαι ο Λόγκαν, αλλά μπορείς να με φωνάζεις "παππού Λο". Ξέρω τη Νάντια Πέρι από το νοσοκομείο της Τέσθλ, είναι άριστη επιστήμονας.»
Ο δόκτωρ Μπάρνι προχώρησε δειλά προς τα μέσα και ακούμπησε απαλά τον ώμο του παππού Λο. «Δεν τη γνωρίζω. Είπατε με χρειάζεστε... Τι ακριβώς θέλετε από εμένα; Έχει κάποιος κάποιο πρόβλημα υγείας;»
 
   Καθώς έμπαινε, κοίταξε στο βάθος του σπιτιού μια ηλικιωμένη γυναίκα που κοιμόταν απαλά πάνω στην κουνιστή καρέκλα της, πλάι στο τζάκι. Το σπίτι μοσχοβολούσε ζεστό κακάο, και ήταν καθαρό, άνετο και φιλόξενο. Τα έπιπλα ήταν παλιά και οι παχιές βελέντζες σκέπαζαν το μεγαλύτερο μέρος του πατώματος. Στον τοίχο ήταν κρεμασμένοι αλλόκοτοι πίνακες με σκοτεινά χρώματα και δίπλα από το τζάκι υπήρχε ένα τεράστιο ταριχευμένο κεφάλι αρκούδας. Στο καθιστικό, μια παλιά τηλεόραση πάνω σε ένα γρατζουνισμένο έπιπλο και, ακριβώς δίπλα, ένα γραμμόφωνο. Οι φλόγες κατασπάραζαν το χοντρό κούτσουρο στο τζάκι κάνοντας το να βγάζει έναν μεθυστικό ήχο, "Κρακ! Κρακ!".

   «Γιαγιά, Με!» φώναξε ο παππούς «Ξύπνα! 'Εχουμε επισκέψεις! Ήρθε ένας γιατρός και πρέπει να τον περιποιηθούμε.»
 
   Η γυναίκα σηκώθηκε ατάραχη και έτριψε τα μάτια της. Χασμουρήθηκε και προχώρησε προς τους άνδρες χαμογελώντας. Φορούσε μαύρα ρούχα και ένα μαντίλι που κάλυπτε τα κάτασπρα μαλλιά της. Ήταν κοντή, κοκαλιάρα, και το πρόσωπο της έμοιαζε συρρικνωμένο. Είχε λεπτά χαρακτηριστικά και οι ρυτίδες ήταν λίγες σε σχέση με τα πολλά της χρόνια. Ο δόκτωρ Μπάρνι αισθάνθηκε άβολα και προσπάθησε να απολογηθεί, ξανά.
 
kelar8«Με συγχωρείται για την αναστάτωση, κυρία. Δεν ήθελα να σας ξυπνήσω, ούτε να σας ανησυχήσω. Το αυτοκίνητο μου χάλασε στην εθνική και κόλλησα εδώ πέρα.» Η ηλικιωμένη γυναίκα άνοιξε τα χέρια και αγκάλιασε το δόκτορα. 
   «Πάψε να λες χαζά, καλέ μου. Είσαι ευπρόσδεκτος, και μπορείς να μείνεις εδώ το βράδυ. Το πρωί με το καλό μπορείς να κατηφορίσεις προς το χωριό. Είναι μια ώρα δρόμος με τα πόδια. Δυστυχώς, δεν έχουμε τηλέφωνο. Βλέπεις, δε μας χρειάστηκε ποτέ.»
Ο Μπάρνι ελευθερώθηκε με τρόπο από την εγκάρδια αγκαλιά της και έξυσε το κεφάλι του.  «Ευχαριστώ πολύ, αλλά νομίζω ότι θα περπατήσω τώρα. Δεν έχω χρόνο για χάσιμο.»
    Το οργίλο βλέμμα του παππού έφερε σε δύσκολη θέση το δόκτορα. Η γιαγιά Με, έσφιξε τη γροθιά και έπιασε αγκαζέ τον άνδρα, καθώς τον ξεπροβόδιζε. «Η νυχτερινή βόλτα στο δάσος δεν είναι καλή ιδέα, καλέ μου. Υπάρχουν πολλοί θηρευτές, που ίσως σου επιτεθούν. Λίγες ώρες έμειναν μόνο μέχρι το πρωί. Τι λες; Μπορώ να σου στρώσω εδώ στο σαλόνι.»
   
   Ο άντρας έγνεψε καταφατικά.
 
   Πάνω στο τραπέζι, η καυτή κούπα με το κακάο άχνιζε. Δίπλα της υπήρχε ένα πιάτο με σπιτικά κουλουράκια. Ο δόκτωρ Μπάρνι έκατσε στην καρέκλα. Ακολούθησαν η γιαγιά Με και ο παππούς Λο.
 
   «Λοιπόν, παιδί μου,», είπε η γυναίκα και ακούμπησε το χέρι της πάνω στο τραπέζι, «δε μας είπες, έχεις γυναίκα; Παιδιά; Ελπίζω να μη γίνομαι αδιάκριτη...»
Εκείνος έπιασε τη ζεστή κούπα και ήπιε. Έπειτα πήρε ένα μπισκότο και, αφού το δάγκωσε, χαμογέλασε. «Όχι! Δεν έχω, δεν έτυχε να παντρευτώ ποτέ. Είμαι λίγο περίεργος με τους ανθρώπους» 
 
    «Και φειδωλός στις κουβέντες για τα προσωπικά σου...» είπε τσαντισμένα ο παππούς και κλότσησε το τραπέζι. Η γιαγιά έπιασε το μπράτσο του και προσπάθησε να τον ηρεμήσει, μα εκείνος σηκώθηκε και μπήκε στο δωμάτιο του, κλείνοντας νευρικά την πόρτα.
«Τι πρόβλημα έχει; Γιατί φέρεται έτσι;», είπε ο δόκτορας φανερά ενοχλημένος.
    «Παιδί μου, μην τον παρεξηγείς. Ζούμε εδώ πέρα μονοί μας καιρό τώρα, αποκομμένοι από τον κόσμο. Έχουμε χάσει την επικοινωνία, την ανθρωπιά, το να συναναστρέφεσαι με ανθρώπους. Έπειτα...», είπε δειλιάζοντας, και κάλυψε το πρόσωπο της με τα χέρια, «...Έπειτα, να, χάσαμε πριν μερικά χρόνια την κόρη μας και δεν μπορούμε να το ξεπεράσουμε»
«Λυπάμαι ειλικρινά, κυρία μου. Δεν ήθελα να σας αναστατώσω!».
    Η γιαγιά Με κατέβασε τα χέρια και γλύκανε την έκφραση της. Άπλωσε το χέρι και έπιασε τον καρπό του άνδρα. «Όχι, όχι, καλέ μου, δεν φταις εσύ. Εσύ ατύχησες και βρέθηκες στη μέση του δρόμου με χαλασμένο αυτοκίνητο.»
«Ο παππούς Λο, όταν έφτασα και έμαθε ότι είμαι γιατρός, είπε ότι με χρειαζόταν. Τι εννοούσε;»
    Η γυναίκα τράβηξε το χέρι της απότομα και σηκώθηκε από το τραπέζι. Σταύρωσε τα χέρια και πλησίασε το παράθυρο. «Το είπε για την Άλις, την εγγονή μας. Νομίζει πως είναι άρρωστη και...»
«Που είναι το κορίτσι; Αφήστε με να το δω!», είπε ο δόκτωρ Μπάρνι και σηκώθηκε όρθιος. 
     «Έχω πει εκατό φορές στον παππού Λο ότι το κορίτσι μου δεν χρειάζεται βοήθεια από γιατρό. Εκείνος όμως την αγαπά τόσο πολύ που δεν μπορεί να καταλάβει»
«Ναι, μα, θέλω να πω, μπορώ να την εξετάσω. Δε μου κάνει κόπο.»
     «Δόκτορα Μπάρνι, έχει περάσει η ώρα και θα ήθελα να κοιμηθώ. Σας έχω στρώσει στον καναπέ. Θα ξυπνήσω στις 6 και θα σας ετοιμάσω πρωινό.»
«Όπως αγαπάτε, κυρία.», είπε με ζεστασιά στη φωνή ο άνδρας, και προχώρησε προς τον καναπέ. Νύσταζε πολύ και δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Έπρεπε να βουλιάξει στα όνειρα του. 
     «Και κάτι τελευταίο...», είπε η γιαγιά. «Ότι κι αν ακουστεί, ότι κι αν γίνει έξω από το σπίτι, μη σηκωθείτε από τον καναπέ. Μετά τις δυο, είναι η ώρα Εκείνων, και θέλουν να τραφούν!» είπε η γυναίκα και μπήκε στο δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα πίσω της.
 
   Ο γιατρός σκέφτηκε για μερικά δευτερόλεπτα κι έπειτα ξάπλωσε να κοιμηθεί. Ένα, δυο, τρία... Καληνύχτα!
kelar3
   Ένας απόκοσμος ήχος τάραξε το γαλήνιο ύπνο του δόκτωρ Μπάρνι. Άνοιξε τα μάτια του και προσπάθησε να συνειδητοποιήσει που βρισκόταν. Κοίταξε το ρολόι που φορούσε στο χέρι. Ήταν περασμένες 3 τα ξημερώματα. Σηκώθηκε από τον καναπέ και πλησίασε το παράθυρο. Άνοιξε την κουρτίνα και κοίταξε έξω. Εκεί, ανάμεσα στα πυκνά δέντρα, σε απόσταση τριάντα μέτρων, στεκόταν όρθια μια ανθρώπινη μορφή. Δεν μπορούσε να δει πρόσωπο, φύλο. Ένιωσε περίεργα, παράξενα, και πλησίασε την εξώπορτα. Έπιασε το χερούλι και ετοιμάστηκε να ανοίξει, όταν θυμήθηκε τα αλλόκοτα λόγια της γιαγιάς. Έκανε πίσω και επέστρεψε στο παράθυρο. Η ανθρώπινη μορφή είχε εξαφανιστεί. «Τι διάολο συμβαίνει εδώ πέρα;» σκέφτηκε τρομαγμένα ο άντρας, και κάθισε στην πολυθρόνα. Δεν μπορούσε πια να κοιμηθεί. Κολλούσε τα ασύνδετα κομμάτια του πάζλ, προσπαθώντας να βρει απάντηση. Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μεγάλο έπιπλο με τα βιβλία. Άπλωσε το χέρι και διάλεξε μερικά. Κοίταξε τους τίτλους και τα έβαλε πίσω στη θέση τους. Το βλέμμα καρφώθηκε σε ένα σκονισμένο, παλιό τετράδιο, το οποίο βρισκόταν στο τελευταίο ράφι, κάτω από ένα χάρτινο κουτί. Το τράβηξε και το ξεφύλλισε γρήγορα. Το πρόσωπο του έγινε σκοτεινό και ένας τρομακτικός άνεμος διέλυσε τα συναισθήματα του. Διάβαζε έκπληκτος, κρατώντας μόνο τα ουσιαστικά κομμάτια.
 
kela5
   Σελίδα 20: Ο πατέρας έμαθε για εμένα και τον Σεμπάστιαν. Μετακομίσαμε εδώ, μέσα στο δάσος, μακριά απ' όλους. Ο πατέρας έκτισε αυτό το σπίτι πολύ γρήγορα. Δεν θέλω να μείνω εδώ, φοβάμαι. Η νύχτα φέρνει περίεργους επισκέπτες και τους έχω δει να κάνουν κακά πράγματα. Εκείνος ο άτυχος ξένος, ω! θεέ μου τι του έκανε ο πατέρας;
   Σελίδα 22: Κάτι σαλεύει μέσα μου, κάτι όμορφο, αγνό, νομίζω πως πρέπει να μιλήσω στη μάνα. Θέλω να γυρίσω πίσω, στους φίλους μου, στο Σεμπάστιαν. Τον αγαπώ πολύ.
   Σελίδα 23: Τα νέα δεν άρεσαν στους γονείς μου. Με χτύπησαν και με έκλεισαν στο κελάρι. Κατάφερα να κρατήσω αυτό το τετράδιο. Μόνο αυτό έχω πλέον. Αν με ακούς, Σεμπάστιαν, σώσε με σε παρακαλώ. Υποφέρω.
   Σελίδα 26: Με έχουν κλεισμένη μέρες εδώ κάτω, σε αυτό το σκοτεινό κελάρι, επειδή τους ατίμασα, επειδή έκανα έρωτα με τον Σεμπάστιαν. Φοβάμαι πολύ, φοβάμαι τον πατέρα. Έχει γίνει εχθρικός και ξένος. Με χτύπησε με τη σανίδα και το κορμί μου είναι γεμάτο μελανιές. Η μάνα μου φέρνει λίγο φαγητό και νερό.
   Σελίδα 27: Δεν είμαι μόνη εδώ μέσα. Υπάρχει κάτι που εμφανίζεται τα βράδια κυρίως και με αγγίζει, με αναγκάζει να κάνω φρικτά πράγματα. Τσιρίζω δυνατά και φωνάζω του γονείς μου. Εκείνοι όμως του το επιτρέπουν, το ταΐζουν, του δίνουν δύναμη να σπέρνει θάνατο και κακία.
   Σελίδα 28: Οι μέρες περνάν κι εγώ χάνω κάθε ελπίδα. Οι δικοί μου με χτυπάν συνέχεια, με βρίζουν, με αποκαλούν πόρνη. Η κοιλιά μου μεγαλώνει και μιλώ στο πλασματάκι που ζει μέσα μου. Θα ήθελα να δω λίγο τον ήλιο, να νιώσω ζεστασιά. Νάτο πάλι, αυτό το αηδιαστικό πράγμα στο κελάρι. Δεν μπορώ να δω την όψη του στο σκοτάδι, μπορώ όμως να νιώσω την απαίσια μυρουδιά, κάθε φορά που μπαίνει εδώ μέσα, τη βαριά ανάσα του. Δεν ξέρω από πού έρχεται, μα φοβάμαι πολύ. Πέφτω στα γόνατα και προστατεύω την κοιλιά μου, το παρακαλώ να μην πειράξει εμένα και το παιδί μου.
   Σελίδα 30: Γέννησα πριν λίγες μέρες. Ένα κοριτσάκι. Το αγκάλιασα για λίγο κι έπειτα η μάνα μου το πήρε. Μου λείπει, το θέλω πολύ. Σας παρακαλώ.
   Σελίδα 31: Το ακούω τα βράδια να κλαίει, τι του κάνουν; Με ακούει κανείς; Βοήθειαααααα!
   Σελίδα 35: Δεν ξέρω πόσος καιρός πέρασε, μήνες, χρόνια; Γράφω με το ζόρι. Με έχουν ξεχάσει εδώ κάτω. Η μάνα έρχεται για λίγο μου πετά ένα κομμάτι ψωμί και λίγο νερό. Πεινάω, πονάω, τρελαίνομαι. Το σατανικό πλάσμα έρχεται κάθε βράδυ πλέον και με βιάζει, με τυραννά, με σκοτώνει αργά, χωρίς οίκτο. Σας παρακαλώ, κάποιος να με ελευθερώσει. Θέλω μόνο να δω την κόρη μου.
   Σελίδα 39: Ακούω το παιδί μου να γελάει. Ψυχούλα μου σ αγαπώ, σε ονειρεύομαι. Δεν έχω πλέον δύναμη να φωνάξω, να προσπαθήσω να αποδράσω. Αυτό στο κελάρι, είναι εδώ, δίπλα μου. Μέρες τώρα περιμένει κάτι από εμένα. Φοβάμαι. Θεέ μου, η κοιλιά μου, μεγαλώνει ξανά.
   Σελίδα 41: Αυτή είναι η τελευταία φορά που γράφω. Το μολύβι χάλασε κι εγώ νομίζω πως ήρθε η ώρα μου. Αν ποτέ δείτε το παιδί μου, πείτε του ότι το αγαπώ, ότι το πήραν χωρίς τη θέληση μου. Πείτε ότι...
kela6

   Ο δόκτωρ Μπάρνι έκλεισε σοκαρισμένος το τετράδιο και το έβαλε στη θέση του. Άνοιξε προσεκτικά την εξώπορτα και βγήκε έξω. Κατέβηκε τις ξύλινες σκάλες και ετοιμάστηκε να φύγει, όταν είδε στο πλάι του σπιτιού την καταπακτή που οδηγούσε στο κελάρι. Έπιασε τα μαλλιά του και τα τράβηξε. «Όχι, γαμώτο, δεν πρέπει να το κάνω, δεν πρέπει να κατέβω εκεί κάτω! Όμως, αν, αν είναι ακόμη ζωντανή;» Κλώτσησε μια μεγάλη πέτρα και πλησίασε την καταπακτή. Υπήρχε μια αλυσίδα που κρατούσε την πόρτα κλειστή. Ο άντρας κατάφερε να την ανοίξει με δυσκολία, και κατέβηκε τα kelar4σκαλοπάτια αργά. Το σκοτάδι πλημμύριζε το χώρο και η μυρωδιά της μούχλας, ανακατεμένη με κάτουρο, τρυπούσε τα ρουθούνια. Ψηλάφισε με τα χέρια τον τοίχο για να βρει κάποιο διακόπτη. «Είναι κανείς εδώ;», φώναξε με νεύρο. Ένα ανατριχιαστικό μουγκρητό βγήκε από το βάθος του κελαριού και πλησίαζε προς το μέρος του αργά, πολύ αργά. Τα χέρια του σκάλωσαν σε ένα πλαστικό διακόπτη και τον πάτησε γρήγορα. Η λάμπα στη μέση του κελαριού άναψε, και φώτισε εξασθενημένα ένα μικρό τμήμα του πατώματος. «Ποιος είναι εκεί;» είπε ξανά ο δόκτορας. Μέσα από το σκοτάδι, έρποντας, ξεπρόβαλε ένα περίεργο πλάσμα. Θύμιζε άνθρωπο σε σήψη, θύμιζε πτώμα, θύμιζε κάτι εξοργιστικά αλλόκοτο και κρύο. Το δέρμα του ήταν τραχύ και μοβ, από τα σημάδια της κακοποίησης. Είχε μακριά μαλλιά, τα οποία έπεφταν μπροστά, καλύπτοντας το ισχνό πρόσωπο. Το πλάσμα σταμάτησε ακριβώς κάτω από τη λάμπα και σήκωσε με το ζόρι το δεξί του χέρι. Μούγκρισε, παρακαλώντας το δόκτορα για οίκτο. Ο άνδρας στραβοκατάπιε, και γούρλωσε τα μάτια. Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω και ετοιμάστηκε να τρέξει μακριά. Εκεί, στην ανοιχτή καταπακτή, η γιαγιά Με και ο παππούς Λο στέκονταν όρθιοι, κρατώντας ένα λουκέτο. Έκλεισαν απότομα την πόρτα παγιδεύοντας τον δόκτωρ Μπάρνι εκεί μέσα, παρέα με αυτό το πλάσμα. Ο άνδρας ανέβηκε τα σκαλιά και προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα χτυπώντας τη δυνατά. Τσίριζε και ικέτευε να τον ελευθερώσουν, να τον αφήσουν να φύγει μακριά, χωρίς να τους προδώσει. Μάταια όμως. Εκείνοι μπήκαν στο σπίτι και ξάπλωσαν στο κρεβάτι. Ένας δυνατός γδούπος ακούστηκε από κάτω, και ο άντρας έμεινε στη θέση του. Έβλεπε το φως της λάμπας να τρεμοπαίζει, ώσπου έσβησε απότομα και βύθισε το μέρος στο σκοτάδι. Ο δόκτωρ Μπάρνι φώναζε δυνατά με όλη του τη δύναμη και χτυπούσε την πόρτα του κελαριού, ξανά και ξανά. Ένα ανατριχιαστικό κροτάλισμα ερχόταν από χαμηλά, παρέα με σατανικούς ψιθύρους. Δυο κόκκινα μάτια εμφανίστηκαν στο σκοτάδι και ανέβαιναν αργά τις σκάλες πλησιάζοντας τον άνδρα. Ένιωθε τη βαριά αναπνοή και... και... Τι διάολο;! Το άκουγε να μιλάει με ανθρώπινη φωνή...«Κρεατάκι, επιτέλους θα φάμε κρεατάκι.»

John Emmans

Άρθρα & Συνεντεύξεις

Facebook Comments