Άρθρα & Συνεντεύξεις

loogoo

Νίκος Καββαδίας

bba2   Ο Νίκος Καββαδίας, γνωστός σε όλους μας μέσα από τις μελωδίες του Θάνου Μικρούτσικου, γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή πόλη στην περιοχή Χαμπρίν της Μαντζουρίας από Έλληνες γονείς απ’ την Κεφαλονιά. Σε πολύ μικρή ηλικία μετά το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου γυρνάει στην Ελλάδα μαζί με τους γονείς του κι εγκαθίστανται στην Κεφαλονιά. Το 1921 φεύγουν απ’ το νησί και με την ελπίδα μιας νέας ζωής, κατεβαίνουν στην Αθήνα και μένουν στον Πειραιά, όπου ο Ν.Καββαδίας τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο σχολείο ως το 1932.

   Nέος ακόμα, μόλις 18 χρονών, άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα ποιήματά του σε μια μικρή εφημερίδα με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας. Το 1929, σε ηλικία  19 χρονών, μετά το θάνατο του πατέρα του, ήταν αυτός που  επωμίστηκε όλα τα οικογενειακά βάρη και άρχισε να εργάζεται σε ένα ναυτικό γραφείο κάνοντας θελήματα. Λίγους μήνες αργότερα μπαρκάρει ως ναύτης μ’ ένα καράβι, επάγγελμα το οποίο ακολούθησε για αρκετά χρόνια, μέχρι τη στιγμή που αποφασίζει να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή. Περισσότερο κατέληξε θα λέγαμε να γίνει ασυρματιστής, αφού η θέληση του να γίνει καπετάνιος δε μπορούσε να πραγματοποιηθεί λόγω ηλικίας. Πήρε το δίπλωμα του το 1939, αλλά τον πρόλαβε ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος με αποτέλεσμα να στρατευτεί κι έπειτα να πολεμήσει κι ο ίδιος στο μέτωπο της Αλβανίας.

   Έζησε όλη την κατοχή στην Αθήνα, πήρε μέρος στην Αντίσταση, αγωνίστηκε μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, συμμετείχε αρχικά στο ΕΑΜ ναυτικών κι αργότερα στο ΕΑΜ λογοτεχνών, όπου διετέλεσε και γραμματέας του κατά το έτος 1944. Αυτή την περίοδο ο Καββαδίας γράφει τα αντιστασιακά του ποιήματα, εκ των οποίων δεν θέλησε να εκδώσει ποτέ, κανένα!! Πρώτο το "Αθήνα 1943" το οποίο και δημοσιεύτηκε στο παράνομο περιοδικό "Πρωτοπόροι" το Δεκέμβριο του 1943 με το ψευδώνυμο Α.Ταπεινός και το 1945 δημοσιεύει στο περιοδικό της ΕΠΟΝ «Νέα Γενιά» το ποίημα "Στον τάφο του Επονίτη".

ΑΘΗΝΑ 1943
Οι δρόμοι κόκκινες γιομάτες επιγραφές
τρανά την ώρα διαλαλούν την ορισμένοι
Αγέρας πνέει βορινός απ’ τις κορφές
κι αργοσαλεύουνε στα πάρκα οι κρεμασμένοι
Μες στην Αθήνα όλα τα πρόσωπα βουβά
και περπατάν αργά στους δρόμους «εν κινδύνω»
ως τις εφτά που θ’ ακουστεί «Σιστάς Μοσκβά»
και στις οχτώ (βαλ’ το σιγά) «Εδώ Λονδίνο»
Φυσά ταχιά σπιλιάδα, φυσά βορεινή
Γραίκο μου κατρακύλα απ’ την Κριμαία
κατά τετράδας παν στο δρόμο οι Γερμανοί
κάτου από μαύρη κακορίζικη σημαία
Μήνα το μήνα και πληθαίνουν οι πιστοί
ώρα την ώρα και φουντώνει το μελίσσι
ως τη στιγμή που μες στους δρόμους θ’ ακουστεί
η μουσική που κάθε στόμα θα λαλήσει

    Είναι ελάχιστοι ίσως αυτοί που γνωρίζουν την αντιστασιακή ποίηση και πλευρά του Νίκου Καββαδία. Οι περισσότεροι αναγνώστες ή ακροατές τον έχουν στο νου τους ως έναν κουρσάρο, ως μια δύστροπη κι απόκοσμη μορφή κρυμμένη πίσω από τους αλλόκοτους στίχους της και τις υγρές εικόνες των πόλεων και των λιμανιών που περιγράφει. Ναι, οι λέξεις του Καββαδία είναι αλήθεια πως κουβαλάνε μια μέθη μαγική για όποιον τις πρωτοδιαβάζει, πολλές φορές για να βγάλεις νόημα στις γραμμές του πρέπει να δαπανήσεις κόπο και σκέψη, ακόμα και ειδικές γνώσεις ή λεξικά. Όμως, προσωπικά πιστεύω πως δεν το ‘κανε επίτηδες, απλά ήθελε να διαπαιδαγωγήσει το αναγνωστικό του κοινό, να το μυήσει στον κόσμο του και στις αγάπες του.


bba3   Το 1945 τον Οκτώβρη, μπαρκάρει ως ασυρματιστής στο πλοίο Κορινθία. Δεν έμεινε όμως ποτέ αμέτοχος κι έξω απ’ την πολιτική δράση. Οργάνωσε τους ναυτεργάτες με τέτοιο τρόπο, ώστε όταν το πλοίο μπήκε στη γραμμή Πειραιάς-Αλεξάνδρεια-Μασσαλία μετέφερε υλικό από και προς την Ελλάδα καθώς βοηθούσε και διωκόμενους πολίτες και αγωνιστές να διαφύγουν στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 1967 ο Ν.Καββαδίας έδωσε μια μεγάλη συνέντευξη στο περιοδικό "Πανσπουδαστική", ένα μήνα πριν την επιβολή της Αμερικανοκίνητης χούντας τον Απρίλιο του ’67, στους Μάκη Ρηγάτο και Γιάννη Καούνη, μέλη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη στους οποίους επίσης έγραψε κι αφιέρωσε το ποίημα του "Οι σπουδαστές". Το 1972, προς την εκπνοή της χούντας, γράφει το ποίημα "GUEVARA", αφιερωμένο στον μεγάλο Αργεντινό επαναστάτη που δολοφονήθηκε εν αιχμαλωσία στη Βολιβία από πράκτορες της CIA.Σ’ ένα απόσπασμα από το ποίημα αυτό λέει:

Πάνθηρας ακουρμάζεται, θωράει και κοντοστέκει
Γλείφει τα ρόδα απ’ τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα της και πήδησαν δαιμόνοι
Σφυρί βαράει με δύναμη, βουβό μένει τ’ αμόνι

   Ο Καββαδίας δεν είναι πολιτικός ποιητής, όχι δεν είναι. Είναι όμως βαθιά επαναστάτης μ’ έναν ήρεμο, γνήσια προσωπικό τρόπο. Η επαναστατικότητα του συγχωνεύεται με το αίσθημα ανεξαρτησίας και προσωπικής ελευθερίας και περνά όχι μόνον ως πολιτική άποψη, αλλά και ως στάση ζωής. Στο ποίημα του Federico Garcia Lorka, γράφει:

Ατσίγγανε κι αφέντη μου, με τι να σε στολίσω,
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω,
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν στο σωρό

   Το λογοτεχνικό έργο του Ν.Καββαδία περιορίζεται μόλις σε ένα πεζό, τη «Βάρδια», τρεις ποιητικές συλλογές «το Μαραμπού», το «Πούσι», και το «Τραβέρσο», μία νουβέλα το «Λι» και δυο μικρές ιστορίες σ’ ένα βιβλιαράκι «Του πολέμου/Πάνω στ’ άλογο». Ήταν επιλογή του Καββαδία να μην γράψει ποιήματα πολιτικού περιεχομένου, καθώς θεωρούσε ότι χρειάζεται μια αντικειμενικότητα και μια βαθιά ευαισθησία για κάτι τέτοιο. Μόνο που δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο βαθιά ριζοσπαστική είναι η ποίηση του, η οποία διακατέχεται από τη νοσταλγία της ανθρωπιάς, από τις κακουχίες των θαλασσοδαρμένων ναυτικών και τη δύναμη για διεκδίκηση όσων τους στερούσαν.


bba8   Ο Νίκος Καββαδίας πέρα από την αγάπη για το συνάνθρωπό του είχε μια μεγαλύτερη, την αγάπη για τη θάλασσα. Μια αδυναμία που παρουσιάζεται με τον πιο γλαφυρό τρόπο μέσα στα έργα που μας άφησε, μια τρυφερότητα για αυτό το διάφανο υγρό στοιχείο που έμελλε να κυριεύσει πάνω του για ολόκληρη τη ζωή του χωρίς να το μετανιώσει λεπτό. Ακόμα και τους αγώνες του στην Αντίσταση, μέσα απ’ τα νερά της τους έκανε! Το κύμα που τον ταξίδεψε σε τόσα μέρη, του δάνεισε το χάρισμα του γρήγορου κι άμεσου λόγου, αυτού που συναντάμε σε κάθε στοίχο κάποιου ποιήματός του. Έκανε τις εμπειρίες του βάρκα για να ταξιδεύουν οι αναγνώστες του και ποτέ δεν αρνήθηκε την ιδιότητα του! Ήταν ένας απλός ναυτικός σμιλεμένος με τους ανθρώπους, μπορεί να ήταν απότομος, αλλά ήταν άμεσος.

   Ο Καββαδίας από νωρίς επέλεξε στη ζωή του από ποια μεριά του λόφου θα σταθεί. Ο Νίκος Καββαδίας έλεγε συχνά: «Η Αριστερά δεν είναι μόνο η εκλογική της δύναμη, μόνο δηλαδή οι ψήφοι που παίρνει. Είναι όποιος άνθρωπος δε θέλει να αδικεί το διπλανό του κι ο διπλανός του να τον αδικεί. Και δεν είναι λίγος. Αρκεί να του βάλεις εσύ μπροστά του τη σωστή ρότα».

   Για τον ποιητή, η έμπνευση έρχεται από κει όπου κοιτάει η καρδιά του. Για τον Καββαδία αυτό το μέρος ήταν η θάλασσα. Σε μία από τις λιγοστές συνεντεύξεις του είχε πει πως αγαπάει τόσο πολύ τη θάλασσα γιατί του θυμίζει το λαό της χώρας μας. Πολύπαθος σα να βγαίνει από φουρτούνα, ρημαγμένος απ’ τη θαλασσοταραχή κι ύστερα νηνεμία που μαρτυρά την σιωπή που του επιβάλλανε! Γι’ αυτό και μέσα στη θάλασσα έβρισκε καταφύγιο για να κρύψει όλο τον πόνο και την οργή του. Η απλοϊκή στάση ζωής του Καββαδία αντικατοπτρίζει τη σεμνότητα με την οποία έντυσε όλα τα βήματα του και ζωντανή απόδειξη είναι ο μικρός αριθμός αυτών που γνωρίζουν λεπτομέρειες για την προσωπική ζωή και τη δράση του.

bba5

   Πολλοί κριτικοί χαρακτηρίζουν τον Καββαδία ως μη στρατευμένο ποιητή, κι αυτό γιατί η ποίηση του δεν έχει για παράδειγμα την πολιτική δυναμική της ποίησης του Ρίτσου. Παρόλα αυτά μέσα απ’ τους στίχους του βγαίνει όλος ο ανθρώπινος πόνος της κοινωνίας του ’45 και του ’50. Μιας κοινωνίας με ανεργία κι αδιέξοδα για τους νέους, όπως σήμερα θα μπορούσαμε να αντιπαραβάλλουμε,  με σκληρούς διωγμούς για τα παιδιά της και την ξενιτιά να χωρίζει οικογένειες.  Και το ότι τα κατέγραψε όλα αυτά με τόσο γλαφυρό τρόπο καθώς και τη βρωμιά που υπήρχε στο επάγγελμα του ναυτικού τότε, δείχνει την άγρυπνη συνείδησή του. Είχε δηλώσει λίγο μετά την Κατοχή ότι νιώθει ανίκανος να δημιουργήσει πολιτική ποίηση, γιατί δε θεωρούσε τον εαυτό του ποιητή. Και μόνο όμως αυτή η παραδοχή του, αποδεικνύει περίτρανα πως σαν κομμουνιστής δεν έβαζε τον εγωισμό του πάνω από τον άνθρωπο, αλλά τον παραμέριζε, ακόμα κι αν αυτός ο άνθρωπος ήταν ο ίδιος του ο εαυτός!

bba7

   Συνέχισε να ταξιδεύει μέχρι και το Νοέμβρη του 1974, τρεις μήνες πριν το έμφραγμα που τον πήρε απ’ τη ζωή στις 10 Φεβρουαρίου του 1975 στην Αθήνα. Για έναν τέτοιο άνθρωπο και ποιητή, τα πολλά λόγια παίρνουν κάθε φορά κάτι από τη λάμψη, μπορεί να μην καταφέρουν ποτέ να εκφράσουν ότι έκρυβε μέσα του, αλλά όταν αυτές πηγάζουν απ’ την καρδιά πάντα μετράνε. Ο σύντροφος του και ναυτεργάτης φίλος του Χρ.Παντελίδης τον αποχαιρέτησε μ’ αυτά τα λόγια, το ίδιο κι εγώ:

«Αγαπημένε μας σύντροφε ποιητή,

   Ο χθεσινός άνεμος μας έφερε σε μας τους ναυτικούς το πιο θλιβερό ραπόρτο. Αγαπημένε μας σύντροφε ποιητή, καλό ταξίδι. Δεν κουνάμε όμως τα μαντίλια μας. Αυτά είναι γι’ αταξίδευτους στεριανούς. Ξεκουράσου στην τελευταία σου κουκέτα, στην πιο μικρή καμπίνα που γνώρισε ποτέ ναυτικός. Για κατευόδιο, εμείς οι ναυτεργάτες σύντροφοί σου, σου αφήνουμε λίγο φιλτραρισμένο απ’ τα μάτια μας θαλασσινό νερό. Είναι μαζεμένο απ’ της θάλασσας τον καθάριο βυθό....

  Γεια σου»

Κατερίνα Βλαντώνη

lastphoto

Άρθρα & Συνεντεύξεις

Facebook Comments