Άρθρα Μουσικής

Facebook

Twitter

Δέκα άλμπουμ Νίκος Κασκαράς

   Είναι ωραίο να γράφεις για τα αγαπημένα σου πράγματα. Και πολύ περισσότερο όταν μιλάμε για μουσικές και δίσκους, για το αλατοπίπερο της ζωής. Όπως είναι και πολύ όμορφο το νοητικό ταξίδι που προκαλεί το flashback σε μία τέτοια πρόκληση, το να γράψεις για τους δέκα αγαπημένους δίσκους. Όμως την ίδια στιγμή είναι και πολύ δύσκολο. Γιατί αναγκαστικά πρέπει να αφήσεις έξω πολλούς άλλους δίσκους. Προσωπικά περισσότερο δυσκολεύτηκα σε αυτό το κομμάτι και η αλήθεια είναι ότι ήταν πολλά τα μουσικά διαμάντια που μου τριβέλιζαν το μυαλό μέχρι την τελευταία ώρα και έμειναν αναγκαστικά έξω από αυτό το αφιέρωμα. Ας είναι όμως. Εδώ, η καταγραφή είναι εντελώς προσωπική και αφορά δίσκους που με σημάδεψαν, που μου προκάλεσαν αυτά τα υπέροχα, αξέχαστα και  έντονα συναισθήματα που μόνο η μουσική μπορεί να προκαλέσει δίσκοι που παραμένουν διαχρονικοί στη συνείδηση και τα αυτιά μου.

Καλά μουσικά ταξίδια να έχουμε!
 
KILLING JOKE- EXTREMITIES, DIRT  AND VARIOUS REPRESSED EMOTION
extremities
Το 1990 είναι η τελευταία χρονιά της πρωθυπουργίας της Μάργκαρετ Θάτσερ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η αποκαλούμενη και “σιδηρά κυρία” είχε καταφέρει στα δεκαπέντε χρόνια της κυριαρχίας της στο πολιτικό σκηνικό της Γηραιάς Αλβιώνας να εγκαθιδρύσει και να επιβάλλει τις αρχές του νέο-φιλελευθερισμού που αργότερα και σταδιακά θα επιβαλλόταν και στο μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης Ευρώπης με τελευταίο τροχό της αμάξης την Ελλάδα που επανακτά με σταθερά βήματα τον... τίτλο της Ψωρωκώσταινας. Την ίδια χρονιά, οι Killing Joke κυκλοφορούν το “Extremities, Dirt and Various Repressed Emotions” και τα μυαλά της ροκ (και όχι μόνο) μουσικής κοινότητας εκρήγνυνται. Ο δίσκος αυτός αποτελεί το διαχρονικό ηχητικό μανιφέστο της γενιάς που πλήρωσε και εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να πληρώνει τις επιταγές της πολιτικής των οικονομικών ελίτ που προκειμένου να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους προχώρησαν σε μία άνευ προηγουμένου (μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου) αναδιανομή της πίτας, κρατώντας για τα στομάχια τους τη μερίδα του λέοντος και μοιράζοντας το μικρότερο κομμάτι από αυτήν στην μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού.
 
“Ten percent of the rest
is the hand that pulls the strings
 be the privileged few
to have to own to hold” είναι οι πρώτοι στίχοι του εκπληκτικού “Age of Greed” και το οργισμένο κατηγορώ  συνεχίζεται λίγο παρακάτω:
“Privatise the people's lives
 be part of the company
 be part of the company
or fade appliance of science
to privatise their lives
water is our business
electricity is our business
gas is our business
lives are our business
business is our business”
 
Σας έρχεται τίποτα στο μυαλό;
 
Το “Extremities, Dirt and Various Repressed Emotions” είναι ένας από τους κορυφαίους δίσκους στην ιστορία της μουσικής σε ότι έχει να κάνει με το δέσιμο της μουσικής και των στίχων. Ωμός κιθαριστικός ήχος από τον Kevin “Geordie” Walker  συνδυασμένος με διάσπαρτες ευφυείς ηλεκτρονικές πινελιές, τα τύμπανα του Martin Atkins (για τον οποίο αυτή ήταν η μοναδική ηχογράφηση με τους Killing Joke) να  βρίσκονται μεν στο πίσω μέρος του κάδρου αλλά να δίνουν τον απαραίτητο τόνο, το μπάσο του Paul Raven να συμβάλλει αποφασιστικά στις συμπυκνωμένες, ποικιλόμορφες συνθέσεις και τον Jaz Coleman να ηγείται με την μοναδική φωνή του, εκφραστική, καθαρή και με το ηχόχρωμα της ειρωνείας σε τονίζει τα σημεία που χρειάζεται. Η παραγωγή του Martin Rex έπαιξε μεγάλο ρόλο στο μεγαλειώδες αποτέλεσμα, κρατώντας μια ισορροπία μεταξύ της καθαρότητας και της αυθεντικότητας του ήχου.

Ο διπλός δίσκος διάρκειας 65 λεπτών, είναι το magnum opus του τεράστιου αγγλικού συγκροτήματος που επηρέασε όσο ελάχιστα την εξέλιξη της ροκ, και όχι μόνο, μουσικής. Η ένταση, το πάθος και η αυθεντικότητα που αποπνέει βρίσκονται στο υψηλότατο επίπεδο της καλλιτεχνικής έκφρασης. Ακόμα και η σειρά των τραγουδιών είναι ιδανική, οδηγώντας τα συναισθήματα του ακροατή από την αφύπνιση και την οργή των “Money is not our god” και “Age of Greed” στην εσωτερικότητα του “Solitude”  και  την λύτρωση του “Struggle”.  
 
“The Struggle is Long. The Struggle is Hard. The Struggle is Beautiful”.
 
METALLICA-MASTER OF PUPPETS
master
Βρισκόμαστε στο 1986, και η thrash σκηνή έχει αρχίσει να εξελίσσεται και να εδραιώνει την παρουσία της σε παγκόσμιο επίπεδο. Όχι μόνο στις ΗΠΑ και ειδικότερα τη Μέκκα της σκηνής αυτής, το Bay Area του San Francisco, όπου ουσιαστικά γεννήθηκε, αλλά και σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Καθώς βέβαια μιλάμε για εντελώς διαφορετικές εποχές, δεν είχε ακόμα ξεφύγει από το στερεότυπο της περιθωριακής μουσικής που απευθύνεται σε μια μειονότητα ατόμων που “μάλλον κάποιο πρόβλημα πρέπει να είχαν” από τη στιγμή που εκστασιάζονταν με μία μουσική “που ήταν σκέτος θόρυβος”. Οι λέξεις μέσα στα εισαγωγικά δεν είναι αποκυήματα της φαντασίας μου αλλά ατάκες που ακουγόντουσαν συχνά στην Ελλάδα της εποχής, τότε που η θέα ενός μαλλιά με τατουάζ παρέπεμπε σε άτομο που μάλλον πρέπει να έχει κάνει φυλακή και όχι σε fashion victim όπως συμβαίνει σήμερα.

Οι Metallica έχουν ήδη κυκλοφορήσει τις υπέρτατες δισκάρες “Kill' em' All” και “Ride The Lightning”, η Elektra Record τους έχει ανακαλύψει και τους έχει υπογράψει και όλα τα μάτια είναι στραμμένα στο φοβερό κουαρτέτο που έχει σκάσει σαν βόμβα στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα. Και δεν απογοητεύουν...
 
Από τις πρώτες νότες της εισαγωγής του εκρηκτικού “Battery” έως και το τελείωμα του δυναμίτη “Damage Inc”, το “Master of Puppets” είναι ένας δίσκος συγκλονιστικός. Τα κομμάτια είναι πιο  mid-paced σε σχέση με τους δύο πρώτους δίσκους και αποκαλύπτονται ακόμα περισσότερο οι τεχνικές αρετές του γκρουπ. Στακάτα riffs, ατμοσφαιρικές εισαγωγές, εξαιρετικά solos, ιδιοφυείς μπασογραμμές, τέλεια συγχρονισμένες αλλαγές στον ρυθμό και με τον Hetfield να αρχίζει να αποκτά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στα φωνητικά του, συνθέτουν την εικόνα ενός LP που παραμένει κλασικό και αναλλοίωτο στον χρόνο. Πέρα από τα thrash διαμάντια που περιέχει το “Master of Puppets”, εδώ υπάρχει ακόμα η μεγαλειώδης μπαλάντα “Welcome Home (Sanitarium)”, το ανυπέρβλητο instrumental “Orion” και το ακόμα πιο  ωμό και τεχνικό “The Thing that should not be”, που έμοιαζε ως πρελούδιο για την επόμενη καταπληκτική δουλειά τους, το “And Justice for All”.

Το “Master of Puppets” έχει μείνει στην ιστορία και για δύο ακόμα λόγους. Δυστυχώς, ήταν ο τελευταίος δίσκος με τον μεγάλο Cliff Burton στη σύνθεση των Metallica. Την αποφράδα μέρα της 27ης Σεπτεμβρίου του 1986 το γκρουπ είναι στον δρόμο για την περιοδεία προώθησης του δίσκου, το λεωφορείο που τους μεταφέρει ανατρέπεται στη Σουηδία και η μεγάλη αυτή μορφή της μουσικής πεθαίνει. Το πιο συγκλονιστικό είναι ότι σύμφωνα με τον αστικό μύθο ο Burton επέλεξε να κοιμηθεί στο μοιραίο κρεβάτι την τελευταία στιγμή, αφού έπαιξαν στα χαρτιά που θα κοιμόταν ο καθένας. Το κρεβάτι αυτό μέχρι τότε το χρησιμοποιούσε ο κιθαρίστας Kirk Hammett. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ήταν ο πρώτος thrash δίσκος που έγινε πλατινένιος, έχοντας συνολική διάρκεια σχεδόν μίας ώρας, ανοίγοντας ακόμα περισσότερο τα σύνορα του είδους.
 
Οι Metallica  κυκλοφορούσαν στη συνέχεια δύο ακόμα φοβερούς δίσκους, το“And Justice for All” και το “The Black Album” πριν αποφασίσουν να πουλήσουν την ψυχή τους στον διάβολο της όσο το δυνατόν μεγαλύτερης δημοσιότητας και αναγνωρισιμότητας, χάνοντας εντελώς το στίγμα που είχαν αφήσει μέχρι τότε και περνώντας σε άλλα μονοπάτια, γεμάτα χρήμα και δόξα, αλλά άδεια από γνησιότητα. Τίποτα όμως δεν μπορεί να μειώσει την αξία αυτού του δίσκου, απολαυστικού από το πρώτο έως το τελευταίο δευτερόλεπτο.

SLAYER-REIGN IN BLOOD
reign
Τα καλά πράγματα στη ζωή κρατάνε λίγο, και από μουσικής άποψης τίποτα δεν μπορεί να παραλληλιστεί καλύτερα με αυτό το ρητό από το “Reign in Blood”. Η ηχητική, καινοφανής και ασύλληπτη για τα δεδομένα της εποχής μουσική 'επίθεση' που εξαπέλυσαν οι  Slayer με αυτό τον δίσκο, θα μνημονεύεται στον αιώνα τον άπαντα. Στα κάτι λιγότερο από 29 λεπτά που διαρκεί, η μπάντα από την Καλιφόρνια όχι μόνο έδωσε ένα νέο στίγμα για την thrash μουσική, αλλά επέδρασε ως καταλύτης για την εξέλιξη της σκληρής μουσικής και την άνοδο και εξέλιξη της death metal σκηνής που εκείνη την περίοδο άρχιζε να κάνει τα πρώτα της... γενναία βήματα.  
 
Τα κοινά σημεία που υπάρχουν με την προαναφερόμενη παρουσίαση του “Master of Puppets” των 'Metallica' είναι εντυπωσιακά: Και οι δύο δίσκοι κυκλοφόρησαν το 1986, ήταν ο τρίτος δίσκος και των δύο και ο πρώτος που ηχογράφησαν σε μεγάλη εταιρεία, την Def Jam Recordings που ήταν παρακλάδι της  Universal.  Για κάποιους που δεν έζησαν εκείνη την εποχή, είναι χρήσιμο να διευκρινιστεί ότι μιλάμε ουσιαστικά για τα χρόνια της αθωότητας και της γιγάντωσης της  thrash σκηνής, τότε που έβγαινε η μία δισκάρα μετά την άλλη, οι πρωτεργάτες της σκηνής ήταν νέοι σε ηλικία και ιδέες και το περιθώριο ανακάλυψης και εξέλιξης νέων μουσικών δρόμων ήταν ακόμα μεγάλο. Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν και ενώ οι Slayer έχουν ήδη ηχογραφήσει τα εξαιρετικά “Show no Mercy” και “Hell Awaits”, μπαίνουν στο στούντιο με τον Rick Rubin για πρώτη φορά.
 
Το αποτέλεσμα είναι αυτό που λέμε γροθιά στο στομάχι. Η ακρόαση του δίσκου προκαλεί συμπτώματα που ξεκινούν από το μυρμήγκιασμα των χεριών και το σήκωμα των τριχών και καταλήγουν στην ανεξέλεγκτη έκκριση αδρεναλίνης και την διάθεση να διαλύσεις το σύμπαν. Το εναρκτήριο “Angel of Death” δίνει το σήμα για μια ανελέητη ηχητική επέλαση που όμοιά της δεν είχαμε ξαναδεί. Τα κομμάτια είναι μικρά σε διάρκεια, σχεδόν χωρίς κενά μεταξύ τους ακολουθώντας την punk αισθητική και τεχνοτροπία, τα riffs του Jef Hannemann είναι εξωπραγματικά, τα solos του Kerry King χαοτικά αλλά και άψογα τοποθετημένα, η φωνή του Tom Araya τέλεια εναρμονισμένη με την μουσική και το drumming του Dave Lombardo αξεπέραστο. Δεν υπάρχει ούτε ένα σημείο στον δίσκο που να είναι βαρετό, δεν υπάρχει ούτε μια στιγμή που να αποσπάς την προσοχή σου από αυτόν. Το “Reign in Blood” πιάνει από τον λαιμό τον ακροατή του και δεν τον αφήνει ούτε δευτερόλεπτο, μέχρι να βρέξει... αίμα. Πολύ σημαντικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα έπαιξε η εξαιρετική παραγωγή. Ήταν ο πιο “καθαρός” δίσκος των Slayer μέχρι τότε, χωρίς όμως να χάνεται η τραχύτητα της μουσικής που βγαίνει στην επιφάνεια αυτοκρατορικά. Εάν ο όρος κλασικό σημαίνει κάτι, εδώ έχουμε την απόλυτη επιβεβαίωσή του. Το “Reign in Blood” έσκασε σαν πυρηνική βόμβα στα δρώμενα της σκληρής μουσικής και θεωρείται ακόμα και σήμερα, τρεις δεκαετίες αργότερα, σημείο αναφοράς για την thrash μουσική ενώ υπήρξε πηγή έμπνευσης για πολύ μεγάλο αριθμό μουσικών και συγκροτημάτων. Μπορεί σήμερα η thrash σκηνή να έχει ουσιαστικά πεθάνει, δίσκοι όπως το “Reign in Blood” όμως δείχνουν το μεγαλείο της αλλά και την παρακαταθήκη που έχει αφήσει.
 
LED ZEPPELIN-PHYSICAL GRAFFITY
physicalgraffiti
Θυμάμαι ακόμα σαν να ήταν χθες, τη συγκίνηση και τον ενθουσιασμό μου όταν απέκτησα σε βινύλιο το 'Physical Graffity'. Ακόμα και το εξώφυλλό του ήταν κάτι πρωτόγνωρο με τα γράμματα του τίτλου να “αδειάζουν” τα παράθυρα του του κτιρίου όταν έβγαζες τον δίσκο από μέσα. Πολύ μπροστά από την εποχή τους,  η μουσική dream team των Robert Plant, Jimmy Page, John Paul Jones και του αδικοχαμένου Paul Bonham είχε ήδη κατακτήσει τον κόσμο κυκλοφορώντας πέντε δίσκους αριστουργήματα από το 1969 έως το 1973. Το Physical Graffity ήταν ο πρώτος δίσκος για τον οποίο άφησαν ένα κενό δύο χρόνων από το προηγούμενο Houses of the Holy (όλοι οι προηγούμενοι ηχογραφήθηκαν απνευστί σε διάστημα ενός χρόνου διαφορά ο ένας από τον άλλον, το μέγιστο). Ίσως γιατί αυτό που θα ετοίμαζαν, ξεπερνούσε ακόμα και την τελειότητα που είχαν επιτύχει. Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος στον πλανήτη που να δηλώνει λάτρης της ροκ και να μην έχει ακούσει τον δίσκο αυτόν. Όπως και δεν πιστεύω ότι υπάρχει φίλος της μουσικής γενικότερα που να μην έχει ακούσει τουλάχιστον ένα κομμάτι από το Physical Graffity. Υπάρχουν στιγμές που ακόμα και ο όρος κλασικό μοιάζει πολύ μικρός για να περιγράψει το μεγαλείο ενός δίσκου και μια από αυτές τις στιγμές είναι και αυτή. Φαντάζει απίστευτο ότι το μουσικό αυτό έπος ηχογραφήθηκε σαράντα χρόνια πριν. H ανυπέρβλητη δύναμη των τραγουδιών του, η μοναδική έμπνευση των συνθέσεων και, φυσικά, η ανεπανάληπτη εκτέλεσή τους από τους Zep, μας δίνουν έναν άψογο δίσκο, αναλλοίωτο μέσα στο χρόνο. Το Physical Graffity όπως και οι Zeppelin γενικότερα θα ακούγονται στον πλανήτη γη ακόμα και το 3.000, εάν το ανθρώπινο είδος δεν έχει αυτοκαταστραφεί. Στα χρόνια των σπουδών μου στην Αγγλία είχα μια σχετική συζήτηση με τον σπιτονοικοκύρη μου που ήταν τότε κοντά στα 50 και μου έλεγε πως αυτός και οι φίλοι του περίμεναν με λαχτάρα κάθε νέα τους κυκλοφορία και την άκουγαν όλοι μαζί, σε αυτό που ήταν για αυτούς μια από τις πιο ευχάριστες ψυχαγωγίες τους. Τα μάτια του έλαμπαν από ενθουσιασμό και μόνο από τις θύμησες.
 
Δεν υπάρχει ούτε ένα δευτερόλεπτο στον διπλό αυτό δίσκο που να είναι αδιάφορο. Και φυσικά το 'Physical Graffity' μας έδωσε τα “Kashmir” και “In My Time of Dying”, όπου η μόνη περίπτωση να μην σου σηκωθεί η τρίχα ακούγοντάς τα, είναι να είσαι σπανός.  Για το φαινόμενο των Led Zeppelin όπως και για τον εν λόγω δίσκο, έχουν γραφτεί.... εγκυκλοπαίδειες και έχει χυθεί τόνος μελανιού. Η δική μου άποψη είναι ότι πρόκειται για μία από τις πιο ευχάριστες και σπάνιες συγκυρίες της μουσικής ιστορίας, που οι τέσσερις αυτές μουσικές προσωπικότητες συνυπήρξαν μαζί και μας έδωσαν όλο αυτό τον πλούτο της δουλειάς τους. Εάν κάποιος σκεφτεί όλη την ροκ μουσική ιστορία, μπορεί να βρει καλύτερο τραγουδιστή από τον Plant, κιθαρίστα από τον Page, μπασίστα από  τον Jones και ντράμερ από τον Bonham; Εάν είναι δύσκολο να προκύψει από μία γενιά ένας και μόνο μουσικός του διαμετρήματος των παραπάνω, φανταστείτε πόσο εξωπραγματικά σπάνιο είναι να βρεθούν όλοι αυτοί μαζί. Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα που ο Bonham έφυγε τόσο πρόωρα από τη ζωή γιατί είναι βέβαιο ότι οι Led Zeppelin θα μας χάριζαν πολλές ακόμα μεγάλες κυκλοφορίες. Αλλά είναι και περαιτέρω απόδειξη της γνησιότητάς τους ότι όταν έφυγε ο Bonham, διαλύθηκαν, περνώντας στο πάνθεον της μουσικής.
 
NICK CAVE AND THE BAD SEEDS-LET LOVE IN
letlove
Ο Nick Cave είναι μια ξεχωριστή κατηγορία από μόνος του στο παγκόσμιο καλλιτεχνικό στερέωμα. Δεν είναι μόνο ένας πολύ μεγάλος μουσικός, αλλά και ένας εξαιρετικός ποιητής. Η μύηση στο σύμπαν του Cave απαιτεί και το διάβασμα των στίχων του, κατά προτίμηση ταυτόχρονα με το άκουσμα των δίσκων του. Όταν κυκλοφόρησε το “Let Love in” είχε συμπληρώσει μία δεκαετία μαζί με τους Bad Seeds, που παραμένουν οι μουσικοί του σύντροφοι μέχρι και σήμερα. Το να προσπαθήσεις να αποδώσεις στο χαρτί (έντυπο ή ψηφιακό) τον  πολυαγαπημένο του ελληνικού κοινού Αυστραλό είναι μια δύσκολη υπόθεση καθώς πρόκειται για μια τόσο πολυεπίπεδη και πολυσχιδή προσωπικότητα, που η προσπάθεια κατάταξης και καταγραφής της δουλειάς του είναι σαν να προσπαθείς να ανέβεις το Έβερεστ με γυμνά χέρια. Όπως και σε όλους τους μεγάλους καλλιτέχνες, το καλύτερο είναι να έρχεσαι σε επαφή με το έργο τους και να το απολαμβάνεις με τον δικό σου τρόπο. Εδώ λοιπόν, για να αποδώσω όσο πιο περιεκτικά γίνεται την δισκάρα αυτή, μπορώ να σας πω ότι η ανατριχίλα που μου προκαλεί όσες φορές και να τον ακούσω μετά από τόσα χρόνια δεν μειώνεται ούτε στο ελάχιστο. Αυτό που λατρεύω στο “Let Love in” είναι το βάθος που δίνει σε όλα τα τραγούδια του με τη χρήση ηχητικών εφέ, ποικιλίας οργάνων και κοφτών μουσικών σημείων, που απογειώνουν τα κομμάτια του και προσφέρουν ευκαιρίες νέων ανακαλύψεων σε κάθε ακρόαση. Η έμφαση στη λεπτομέρεια  θυμίζει  χειρούργο, μόνο που εδώ ο.... γιατρός στοχεύει στην εξόρυξη των πιο γνήσιων, σκοτεινών και μύχιων συναισθημάτων των.... ασθενών του. Ένα άλλο στοιχείο που παίζει πάντοτε τον ρόλο του και εδώ φτάνει στην τελειότητα, είναι η επιλογή της σειράς των τραγουδιών. Και τα δέκα είναι υπέροχα αλλά, νομίζω πως, η επίδραση στα αυτιά και την ψυχή των πιστών και τα στάδια της απόλαυσης θα διέφεραν, έστω και αν υπήρχε μια αλλαγή. Το επικό ξεκίνημα του δίσκου με το “Do you Love Me?”  ακολουθείται από το πιο λυρικό “Nobody's Baby Now” για να ακολουθήσει ο δυναμίτης του “Loverman”, το μεγαλειώδες “Red Right Hand” και το γαϊτανάκι αυτό συνεχίζεται μέχρι το τέλος και το “Do you Love me (Part 2)”. Το “Let Love in” είναι ένα σπονδυλωτό αριστούργημα, που βγάζει από το ένα κομμάτι στο άλλο, συναισθήματα που κυμαίνονται από την πρωτόγονη οργή έως τον σπαραγμό. Έτσι δηλαδή όπως είναι η ζωή και κυρίως έτσι όπως είναι η αγάπη, το κύριο θέμα που πραγματεύεται ο δίσκος. Ακούστε τη διαφορά στο μουσικό και στιχουργικό υπόβαθρο των δύο εκδοχών “Do you Love Me” για να καταλάβετε το μέγεθος της ιδιοφυΐας αυτού του χαρισματικού καλλιτέχνη. Το πρώτο σε κάνει να θέλεις να τα σπάσεις όλα και το δεύτερο να κλάψεις. Για τη φωνή του Cave και το εύρος των εκφραστικών του δυνατοτήτων δεν χρειάζεται κανένα σχόλιο, υπερβαίνει όποιο θετικό κοσμητικό επίθετο και να χρησιμοποιηθεί.
 
Το “Let Love in” ήταν ο τελευταίος δίσκος της πιο ροκ περιόδου του Nick Cave με τους Bad Seeds. Στα επόμενα δέκα χρόνια έκανε μία στροφή σε πιο ατμοσφαιρικά και αργά μουσικά θέματα, για να επανέλθει στην ροκ περσόνα του με το εκπληκτικό “Dig Lazarus Dig” το 2008. Πιστεύω όμως ότι αυτός είναι ο δίσκος που αναδεικνύει με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο το τι εστί Nick Cave.
 
MEGADETH-RUST IN PEACE
rust
Οι Megadeth υπήρξαν ανέκαθεν η πιο ιδιόμορφη περίπτωση των αποκαλούμενων big-four, της “αγίας τετράδας” της thrash μαζί με τους Metallica, τους Slayer και τους Anthrax. Όχι μόνο λόγω της εκρηκτικής προσωπικότητας του ιδρυτή και ηγέτη τους David Mustaine που είχε απασχολήσει δεκάδες φορές τις στήλες του μουσικού και όχι μόνο Τύπου, κυρίως για τις διαμάχες του με άλλους μουσικούς της σκηνής και με τα προβλήματα με καταχρήσεις ουσιών που είχε για πολλά χρόνια. Αλλά και γιατί η μουσική και στιχουργική του κατεύθυνση ήταν πάντοτε πιο ελιτίστικη, τόσο με την εξαιρετικά τεχνική απόδοση της μουσικής του, όσο και με τις στιχουργικές του αναζητήσεις που άγγιζαν κοινωνικά θέματα, απέχοντας πολύ από τους αντίστοιχους στίχους των άλλων μεγάλων γκρουπ της εποχής, που αναλώνονταν κυρίως σε διαβόλους και φασαρίες.
 
Το Rust in Peace ήρθε σε μία ευτυχή συγκυρία όπου αφενός ο Mustaine είχε αποτοξινωθεί, αφετέρου ήταν ο πρώτος δίσκος με τον Marty Friedman συνοδοιπόρο του στις κιθάρες και τον Nick Menza στα ντραμς. Το αποτέλεσμα ήταν εκρηκτικό και μαγευτικό. Ήδη από την κορυφαία εισαγωγή του “Holy Wars” φαίνεται ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι μεγάλο. Και όσο ο δίσκος εξελίσσεται, η υποψία μετατρέπεται σε σιγουριά και η σιγουριά σε ηδονή. Οι ταχύτητες  έχουν πέσει σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές των Megadeth αλλά η τεχνική έχει ανέβει σε δυσθεώρητα επίπεδα. Ο συνδυασμός Mustaine-Friedman στις κιθάρες δίνει μια άλλη διάσταση και ένα πολύ μεγαλύτερο βάθος στην μουσική των Megadeth. Τα riffs και τα solos στο Rust in Peace είναι από άλλον πλανήτη. Οι εναλλαγές και το πάντρεμα των κιθαριστικών ήχων το ίδιο. Το Rust in Peace είναι μία από τις πιο ηχηρές αποδείξεις σε όσους άσχετους υποστήριζαν πως η thrash μουσική είναι “θόρυβος”, ότι για να παίξεις πραγματική trash πρέπει να έχεις πολλά κιλά μουσικά αρχίδια. Αν και την εποχή που κυκλοφόρησε είχε ήδη αρχίσει να γίνεται μία στροφή σε πιο τεχνικά μονοπάτια, νομίζω ότι αυτή ήταν η πιο άρτια τεχνικά δουλειά που είχε γίνει μέχρι τότε και δεν είμαι σίγουρος αν έχει ξεπεραστεί μέχρι και σήμερα. Δουλειά που πρέπει να διδάσκεται σε μουσικές σχολές όχι μόνο για το υψηλό επίπεδο της μουσικής αλλά και για την ένταση και το πάθος της. Εδώ δεν μιλάμε μόνο για ψυχρή μουσική που παίζεται από καλούς μουσικούς αλλά για τραγούδια που δεν θέλεις να τελειώσουν. Το Rust in Peace ήταν μια ευλογημένη στιγμή και για τον ίδιο τον Mustaine που κατάφερε να συνεργαστεί, κυρίως με τον Friedman, συγκροτώντας το καλύτερο κιθαριστικό δίδυμο που εμφανίστηκε ποτέ στην thrash και  σηματοδοτώντας μια συνεργασία που κράτησε για ολόκληρη σχεδόν τη δεκαετία του '90. Και το έτερο δίδυμο του κουαρτέτου όμως δεν υστερεί, με τον Menza να συνδυάζει τεχνική και δυναμισμό  και τον Διόσκουρο του Mustaine David Ellefson να συνεισφέρει μερικές από τις καλύτερες ιδέες του μέχρι τότε, ειδικά με το σχεδόν σουρρεαλιστικό “Down Patrol”.
 
Τα “Holy Wars... The Punishment Due” και “Hangar 18” μπήκαν αμέσως στις καρδιές των οπαδών των Megadeth αλλά και τα υπόλοιπα κομμάτια με προεξάρχοντα τα “Tornado of Souls” “Take no Prisoners” και “Rust in Peace”, που κλείνει τον δίσκο, είναι αθάνατα.  Και για τους ίδιους τους Megadeth όμως, πιστεύω ότι αυτός ο δίσκος ήταν ότι καλύτερο κυκλοφόρησαν ποτέ, όσο και αν προσπάθησαν τα αμέσως επόμενα χρόνια και πολύ πριν φτάσουν στις θλιβερές πρόσφατες δουλειές τους.

FAITH NO MORE-ANGEL DUST
angeldust
Το 'Angel Dust' μπορεί να είναι ο δεύτερος δίσκος με τον Mike Patton στη σύνθεση των Faith No More, είναι όμως ο πρώτος που βρισκόταν μαζί με το υπόλοιπο γκρουπ από την αρχή των συνθέσεων και των ηχογραφήσεων. Το αποτέλεσμα ήταν εκτυφλωτικό. Αν και όλες οι δουλειές του συγκροτήματος (με τον Patton στη σύνθεσή τους και μέχρι να διαλυθούν) είναι εξαιρετικές, με προεξάρχοντα το προηγούμενο 'The Real Thing' και το επόμενο 'King for a Day... Fool for a Lifetime',  το 'Angel Dust' κερδίζει στα... σημεία, ως πρώτο μεταξύ ίσων. Όχι μόνο γιατί μας έδωσε ήχους και συνθέσεις που δεν είχαμε ξανακούσει ποτέ μέχρι τότε. Αλλά και γιατί η στιχουργική δουλειά του Patton άρχιζε να μας αποκαλύπτει σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό την ιδιοφυΐα του.
 
Μουσικά, ο δίσκος είναι ένα υβρίδιο, με metal, ροκ και funk επιρροές αν και έχω την αίσθηση ότι για τους ίδιους τους Faith No More και κυρίως για τον Patton, το που θα τους κατατάξει κάποιος, είναι το τελευταίο πράγμα που τους απασχόλησε ποτέ. Οι συνθέσεις του 'Angel Dust' είναι ότι πιο πολύπλοκο είχαν κάνει μέχρι τότε, με κάθε κομμάτι του δίσκου να είναι εντελώς διαφορετικό από τα υπόλοιπα ενώ ακόμα και μέσα στα ίδια τραγούδια υπάρχουν πολλές εναλλαγές. Στιχουργικά, η υποδόρια κριτική του Patton στο αμερικανικό όνειρο, στα ιδεώδη του καπιταλιστικού τρόπου ζωής, εκτυλίσσεται με τόσο ιδιοφυή και μοναδικό τρόπο, από το “Land of Sunshine” έως το “Crack Hitler” που θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι πρόκειται ουσιαστικά για έναν θεματικό δίσκο, ακόμα και αν δεν έχει την κλασική δομή των concept albums. Η σημειολογική κριτική αναπαριστάται με έξοχο τρόπο με την αντίφαση του εξωφύλλου με τον όμορφο κύκνο και του οπισθόφυλλου με το ψυγείο με τα κρέατα και το κομμένο κεφάλι της αγελάδας. Υπονοείται επίσης από τον τίτλο, με το “Angel Dust” να είναι η αργκό ονομασία ενός από τα πιο επικίνδυνα ναρκωτικά που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ.
 
Ερμηνευτικά, ο Mike Patton δείχνει ακόμα μεγαλύτερα ψήγματα των ανεξάντλητων δυνατοτήτων του, σε σχέση με το “The Real Thing”. Το εκφραστικό του στυλ και η άνεσή του στην απόδοση ακόμα και των πιο δύσκολων σημείων είναι κάτι το μοναδικό. Στο 'Angel Dust' μοιάζει με το μουσικό alter ego του David Lynch, ικανού να περνά τα πιο δυνατά μηνύματα μέσα από ήχους και στίχους που, όπως και οι ταινίες του Lynch, εκ πρώτης όψεως μοιάζουν παρανοϊκοί. Προσωπικά, τον θεωρώ τον καλύτερο τραγουδιστή των τελευταίων είκοσι χρόνων, ικανό να τραγουδήσει με την ίδια άνεση από jazz και opera έως punk και death metal. Το 'Angel Dust' μας έδωσε τέσσερα βίντεο-κλιπ, τα “A Small Victory”, “Everything's Ruined”, “Midlife Crisis” και “Easy” σε μία διασκευή του Lionel Richie. Όπως ήταν λογικό αυτά ήταν που έγιναν πιο γνωστά και αναγνωρίσιμα. Ακούγοντάς τα όμως αποσπασματικά και όχι ως μέρος της ολότητας του δίσκου, μπορεί να χάσουν εντελώς το νόημά τους. Το 'Angel Dust' απέχει πολύ από αυτό που λέμε επιφανειακό δίσκο και απαιτεί πολλά ακούσματα, αλλά και... διαβάσματα των στίχων. Αν του δώσετε όμως την προσοχή που του αρμόζει, αποζημιώνει με μοναδικό τρόπο.

PORTISHEAD-DUMMY
dummy
Οι αρχές της δεκαετίας του '90 ήταν πολύ ενδιαφέρουσες μουσικά, με την ηλεκτρονική μουσική να εξελίσσεται, από τις πιο πρωτόγονες μορφές της techno, της hip-hop και της  jungle σε πιο πολύπλοκα και τεχνικά επίπεδα, προσθέτοντας πολλά στοιχεία που εμπλούτισαν το είδος. Σε αυτό το μεταίχμιο, πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε μία πόλη της Νότιας Αγγλίας, το Bristol όπου και εμφανίστηκαν σχεδόν ταυτόχρονα τα τρία σχήματα που εδραίωσαν ένα νέο μουσικό είδος, το trip-hop: Οι Massive Attack, ο Tricky και οι Portishead. Οι Massive είχαν ήδη κυκλοφορήσει δύο δίσκους σταθμούς, τα εκπληκτικά “Blue Lines” και “Protection”και δεκάδες νέα συγκροτήματα ξεπηδούσαν σε μία σκηνή που διαμορφωνόταν με πολύ δυναμικό τρόπο. Το 1994 και μέσα σε αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, οι Portishead εμφανίζονται από την ομώνυμη γειτονική πόλη του Bristol και κάνουν την είσοδό τους στα μουσικά δρώμενα με το 'Dummy'.
 
Δυσκολεύομαι να βρω τις λέξεις που μπορούν να περιγράψουν με σαφήνεια το μέγεθος της αξίας αυτού του δίσκου. Όπως και δυσκολεύομαι να τον... ακούσω συχνά. Όχι γιατί δεν είναι καλός φυσικά, αντιθέτως τον θεωρώ μοναδικό και ανεπανάληπτο. Αλλά γιατί είναι τόσο ανάλαφρα βαρύς (όσοι τον έχουν ακούσει μπορούν να καταλάβουν τι εννοώ) και τόσο μελαγχολικός, που πρέπει να βρίσκομαι στην κατάλληλη διάθεση για να τον απολαύσω σε όλο του το μεγαλείο. Τραγούδι με τραγούδι, το 'Dummy' βάζει ένα τέτοιο βάρος πάνω στον ακροατή, που στο τέλος, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα μπορείτε να κουνηθείτε. Όλη αυτή η διαδικασία γίνεται όμως με έναν τόσο γλυκό τρόπο, με ένα  τέτοιο εξελισσόμενο μούδιασμα του σώματος και του εγκεφάλου, που κάθε αντίσταση είναι περιττή. Ο ευφυέστατος συνδυασμός ηλεκτρονικών μουσικών μερών, μικρών σε διάρκεια, επαναλαμβανόμενων και “πασπαλισμένων” με προ ηχογραφημένα σύντομα φωνητικά μέρη, δημιουργεί την ιδανική ατμόσφαιρα για της εισαγωγή στον μυστηριώδη, μελαγχολικό κόσμο των Portishead.
 
Το στοιχείο όμως που κάνει τη μεγάλη διαφορά και είναι εκ των ων ουκ άνευ, είναι αυτό το εκπληκτικό πλάσμα που λέγεται Beth Gibbons. Έχω την τύχη να τους έχω παρακολουθήσει δύο φορές ζωντανά σε δύο αξέχαστες παραστάσεις. Στο τέλος των συναυλιών, η Beth ήταν έτοιμη να σωριαστεί στο πάτωμα από την ενέργεια που είχε ξοδέψει. Ενέργεια που δεν είχε να κάνει με την κίνηση πάνω στη σκηνή, ίσα ίσα που δεν κουνιόταν σχεδόν καθόλου, όπως ένας αθλητής παγκόσμιου επιπέδου που προσέχει πως θα κατανείμει τις δυνάμεις του. Η εξάντλησή της προερχόταν από το γεγονός ότι δεν τραγουδάει απλώς τα κομμάτια, αλλά μπαίνει μέσα σε αυτά και δίνει όλη της την ψυχή στην εκφραστική απόδοσή τους. Το ίδιο γίνεται και στο Dummy, όπου ο συνδυασμός της σπαρακτικής έκφρασής και και της εύθραυστης παρουσίας της, όπως αποτυπώνεται και στο εξώφυλλο του δίσκου, μας δίνουν μία καλλιτεχνική περσόνα που εμφανίζεται μία φορά κάθε εκατό χρόνια. Η μοναδική φωνή της και το πάθος της είναι αυτά που δίνουν το ειδικό βάρος στο Dummy.
 
Το ντεμπούτο των Portishead δεν είχε την εμπορική απήχηση που είχαν τα άλλα δύο μέλη της αγίας τριάδας του hip-hop, αλλά αυτό είναι λογικό. Όχι μόνο γιατί η μουσική τους δεν σκόπευε να ανεβάσει τη διάθεση και την ενέργεια των ακροατών τους. Αλλά και γιατί οι ίδιοι, στεκόμενοι απόμακρα, σχεδόν περιθωριακοί, δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να πουλήσουν. Για αυτό άλλωστε και από τότε έχουν κυκλοφορήσει μόνο δύο δίσκους, το εξαιρετικό ομώνυμο “Portishead” και το ακραία πειραματικό “Third”, όπου αγγίζουν τα όρια της μουσικής παράνοιας.
 
Οι Portishead είναι ένα μοναδικό γκρουπ και το Dummy ένας μοναδικός δίσκος. Δεν συνιστάται να τον ακούσετε εάν προετοιμάζεστε να βγείτε για διασκέδαση, γιατί το πιθανότερο είναι να μην κουνηθείτε από το σπίτι. Απολαύστε τον καλύτερα  βραδυνές ώρες, κατά προτίμηση μόνοι.
 
ΣΤΕΡΕΟ ΝΟΒΑ-ΝΤΙΣΚΟΛΑΤΑ
stereo
Πόσες φορές έχετε διαβάσει για ένα καλλιτεχνικό έργο (μουσικό δίσκο, πίνακα ζωγραφικής, βιβλίο κλπ) ότι είναι πολύ μπροστά από την εποχή του; Πάρα πολλές. Πόσες φορές αυτό ισχύει στην πραγματικότητα; Μάλλον λίγες. Ειδικά σε ότι έχει να κάνει με την ελληνική μουσική, είναι μετρημένα στα δάχτυλα τα σχήματα ή οι καλλιτέχνες που μπορούν να διεκδικήσουν έναν τέτοιο τίτλο. Οι Στέρεο Νόβα είναι σίγουρα ένα από αυτά τα σχήματα και ειδικότερα σε ότι αφορά την ηλεκτρονική μουσική, βρίσκονται στην κορυφή. Οι δίσκοι που έκαναν οι δύο αυτοί τύποι, ο Κωνσταντίνος Βήτα και ο Μιχάλης Δέλτα, ήταν κάτι που υπερέβαινε σε τεράστιο βαθμό, ότι σχετικό είχε κυκλοφορήσει ποτέ στην χώρα. Το 'Ντισκολάτα' είναι ο πληρέστερος δίσκος τους, με δώδεκα εμπνευσμένα κομμάτια που μοιάζουν με έναν διαχρονικό οδηγό επιβίωσης στο αστικό περιβάλλον.
 
Ένα μανιφέστο μιας γενιάς που καλείται να ζήσει και να δημιουργήσει σε μία πραγματικότητα με “έξτρα φόρους έξτρα ΦΠΑ έξτρα σκατά” από τυράννους που “χαϊδεύουν κοιλιές μεγάλες” όπως υπερτονίζουν στο καλύτερο ίσως τραγούδι τους, το “Ταξίδι της Φάλαινας”. Αυτό που ξεχωρίζει τους Στέρεο Νόβα είναι ο εκπληκτικός συνδυασμός του εντελώς προσωπικού ήχου τους με στίχους που θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί από έναν ποιητή. Στίχους που αποτυπώνουν τη νεοελληνική ζωή με τόσο μεγάλη ενάργεια και τέτοιο μέγεθος ευαισθησίας που είναι σαν να γράφτηκαν από κάποιον εμπνευσμένο προφήτη.
 
Προσέξτε, το 'Ντισκολάτα' κυκλοφόρησε το 1993, σε μία περίοδο που στην Ελλάδα είχε αρχίσει να γεννιέται  η φούσκα της πλαστής ευδαιμονίας που θα έφτανε στην κορύφωσή της στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, σε ένα περιβάλλον που κυριαρχούσε η κουλτούρα των σκυλάδικων και το κυνήγι του φανταχτερού life style και όλα έμοιαζαν να κυλούν χωρίς ιδιαίτερα άγχη και ανησυχίες για το μέλλον που έμοιαζε “λαμπρό”. Λίγα χρόνια πριν είχε καταρρεύσει ο λεγόμενος υπαρκτός σοσιαλισμός του ανατολικού μπλοκ, το καπιταλιστικό νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης του δυτικού κόσμου φαινόταν να είναι ο απόλυτος θριαμβευτής, σε σημείο που ένας κοινωνικός επιστήμονας που μέχρι τότε δεν το ήξερε ούτε η μάνα του, ο Φράνσις Φουκουγιάμα με το βιβλίο του “Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος” έσπευδε να διατρανώσει το τέλος της ιδεολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας και την οριστική νίκη της νεοφιλελεύθερης δημοκρατίας, με τις απόψεις του να γίνονται παγκόσμιο viral ακόμα και αν το internet δεν είχε κάνει την εμφάνισή του σε μαζικό επίπεδο.
 
Και τι έγραφε τότε ο Κωνσταντίνος Βήτα;
 
“Έλεος είναι κάτι που κανείς δεν το θέλει
μέχρι που φτάνεις στο σημείο να βγάζεις το χέρι
και κάπως έτσι περπατάει ο ένας πίσω από τον άλλο
γελώντας ή κλαίγοντας  
σε έναν κόσμο μεγάλο” στο 'Ένας Μεγάλος Κόσμος'.
“Μερικές φορές τις νύχτες περνάς
σε κλειστά κλαμπ της συμφοράς
νιώθεις πως είσαι ανασφαλής
σε κάθε κατάχρηση επιρρεπής
σπρώχνεις ανθρώπους για να περάσεις
και διώχνεις τις σκέψεις για να μην κλάψεις”, στο 'Παζλ στον Αέρα'.
“Είναι τόσο εύκολο κάποιος να σκοτώσει
 όλα αυτά που πιστεύεις
όλα αυτά που έχεις νιώσει
κανένας στα σχολεία δεν σου έμαθε τίποτα
και από τα τελευταία θρανία χάζευες τα σύννεφα΄....
είναι αυτή η σιωπή που πάντα μισούσε τις λέξεις” και
“είναι ένας τρόπος να μεγαλώνουν οι πόλεις
οι ταξικές διαφορές ο ρατσισμός και οι φόροι
χωρίς να το ξέρουμε είμαστε δεμένοι
 σε ένα σύστημα που κανείς δεν καταλαβαίνει” στο 'Μικρό Αγόρι'.
“Ασταμάτητα κανάλια τρώνε το μυαλό μας
έχουμε χάσει τόσα που δεν ξέρουμε τι είναι δικό μας
 οι φτωχοί ξέρω πως είναι περισσότερο φτωχοί
και οι πλούσιοι βαριούνται την τρελή τους ζωή.....
και αντί για αυτό ψιθυρίζουμε διαφημίσεις
χρησιμοποιούμε το σεξ για να αποφύγουμε τις σχέσεις” στο 'Ταξίδι της Φάλαινας"
 
Φαίνεται ότι το 'Ντισκολάτα' ήταν είκοσι χρόνια μπροστά από την εποχή του, περιγράφοντας μια πραγματικότητα που ζουν σήμερα οι άνθρωποι όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, αλλά και εκφράζοντας με τον δικό τους τρόπο την αναζήτηση της αγάπης. Το 'Ντισκολάτα' λόγω του εντελώς ιδιόμορφου, σχεδόν μεταμοντέρνου ambient μουσικού ύφους του και του μοναδικού τρόπου που έδενε με τους στίχους, είχε μεγάλη διείσδυση και σε κόσμο με διαφορετικές μουσικές  καταβολές, αποδεικνύοντας για μια ακόμα φορά ότι όταν σέβεσαι την τέχνη σου και έχεις το ανάστημα να την υπηρετήσεις, οι κατηγοριοποιήσεις και τα όρια συνθλίβονται.

ΜΩΡΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ-ΜΩΡΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ
mora
Η δεκαετία του '80 ήταν η χρυσή περίοδος της ελληνικής ροκ σκηνής και φαντάζει από δύσκολο έως απίθανο να ξαναδούμε αυτόν τον δημιουργικό οργασμό εκείνης της εποχής, τουλάχιστον σε ότι αφορά τη ροκ σκηνή. Με αιχμή του δόρατος τις θρυλικές Τρύπες και σε δεύτερο πλάνο τα Ξύλινα Σπαθιά αλλά και με δεκάδες ακόμα συγκροτήματα που έβγαιναν συνεχώς, η ποιότητα και το επίπεδο ήταν σε πολύ υψηλά στάνταρ. Το πόσο τυχεροί ήμασταν όσοι ανδρωθήκαμε (και) μουσικά τότε, το καταλαβαίνουμε σήμερα, που ο όρος “ελληνική ροκ σκηνή” μοιάζει με σύντομο ανέκδοτο.  Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν και με την τότε ροκ κοινότητα να είναι πολύ καλομαθημένη σε ότι είχε να κάνει (και) με τα ελληνικά γκρουπ, τρεις πιτσιρικάδες από τη Βέροια ηχογραφούν το ομώνυμο δίσκο τους και μας αφήνουν όλους με το στόμα ανοιχτό.
 
Ξεκινά το “Κάτω στην πόλη” με το σύντομο ηχητικό εφέ και την κοφτή κιθάρα, ανασκουμπώνεσαι, λες “όπα, τι έχουμε εδώ;”, μπαίνει ο Στέλιος Σαλβαδόρ με αλήτικο τσαμπουκά , αναγγέλλει το “Πως θα σου φαινόταν λοιπόν φιλαράκο εάν απόψε το βράδυ βγαίναμε όλοι μια νυχτιάτικη βόλτα μες στο κέντρο της πόλης, στο ρυθμό που σκοτώνουν όπως ξέρουν αυτοί; ΠΑΜΕΕΕΕ” και η ιστορία της ελληνικής ροκ αλλάζει αμέσως. Βλέποντάς το σήμερα, από την απόσταση του χρόνου και των αμέτρητων ακουσμάτων του, καταλήγω στο ότι αυτό που κάνει τη διαφορά σε αυτό το ατόφιο ροκ διαμάντι, που προσωπικά θεωρώ τον καλύτερο δίσκο της ελληνόφωνης ροκ, δεν είναι ούτε η τεχνική (έχουν κυκλοφορήσει πολλοί τεχνικότεροι δίσκοι από Έλληνες μουσικούς), ούτε η συνθετική τελειότητα (ακόμα και τα ίδια τα “Μωρά” έχουν γράψει πιο δύσκολες συνθέσεις στους επόμενους δίσκους τους), ούτε κάποιο μετρήσιμο στοιχείο, όποιο και αν είναι αυτό. Αυτό που κάνει τη μεγάλη διαφορά είναι αυτή η γνήσια, εφηβική, επαναστατική διάθεση που ξεχειλίζει, αυτή η γνησιότητα των συναισθημάτων που αποτυπώνεται ολοκληρωτικά στη φωνή και την μουσική, αυτό το attitude του στυλ “τώρα θα έρθουμε και θα σας πάρουμε τα σώβρακα μωρή κουφάλες”. Στη συνέντευξη που είχε την καλοσύνη να μου παραχωρήσει ο Στέλιος, απαντάει στη σχετική ερώτηση που του έθεσα και ξεκαθαρίζει σε μεγάλο βαθμό πως όλα τα παραπάνω έγιναν πραγματικότητα:
 
“Στα 18 μου χρόνια είχα πάρει μια απόφαση που τη θεωρούσα πολύ σοβαρή σε σχέση με τη μουσική, γιατί για να την πάρω, έπρεπε να κλείσω άλλες διεξόδους όπως του Πανεπιστημίου, που έχουν συνήθως οι νέοι αυτής της ηλικίας. Μ΄ αυτό το πνεύμα έγραψα τους στίχους και τη μουσική του πρώτου δίσκου , "κόβοντας τις γέφυρες" που θα με συνέδεαν μ΄ αυτό που θεωρούνταν ειδικά τότε "κανονική" ζωή, σαν να μην υπάρχει αύριο. Αυτή η αυθεντικότητα και η αφέλεια της ηλικίας μου, των 20 μου χρόνων και η θέληση για την πραγματοποίηση ενός ονείρου χωρίς προηγούμενο, έχει καταγραφεί στον πρώτο δίσκο”.

 

Αυθεντικότητα και αφέλεια. Προνόμια μιας εποχής που για όλους μας, μοιάζουν να εξαϋλώνονται με το πέρασμα στα χρόνια της ενηλικίωσης, με την “κανονική ζωή” να μπαίνει σε πρώτο πλάνο. Το “Μωρά στη Φωτιά”  περιέχει εννιά σφιχτοδεμένα κομμάτια, με πανκ αισθητική, τα πλήκτρα να παίζουν σημαντικό ρόλο και την φωνή του Σαλβαδόρ να είναι μπροστά και να ηγείται της καταδρομικής μουσικής επίθεσης που εξαπολύουν. Σε αυτό  τον δίσκο έκανε το ξεκίνημά του και ο Παύλος Παυλίδης, πριν φτιάξει τα Ξύλινα Σπαθιά, με τον οποίο ο Σαλβαδόρ τα έσπασε στη συνέχεια λόγω έντονων διαφορών που κατέληξαν στα δικαστήρια, για την συνθετική πατρότητα κάποιων κομματιών που χρησιμοποίησε στα Σπαθιά. Η διαχρονικότητα αυτού του δίσκου φαίνεται από τις αντιδράσεις του κοινού στα live του συγκροτήματος, όπου οι πιτσιρικάδες τα δίνουν όλα σαν να μην πέρασε μια μέρα.     
Νίκος Κασκαράς
 

Άρθρα Μουσικής

Επισκέπτες

0 Μέλη και 129 Επισκέπτες Συνδεδεμένοι