Mindfield

Facebook

Twitter

H Δίκαση Της Κλασσικής - Μέρος Πέμπτο

 
DikasiV04   Ο διάσημος πιανίστας Sang Song, κλώτσησε με μίσος την κεντρική εξώπορτα του νοσοκομείου και έτρεξε με δάκρυα στα μάτια προς το βάθος. Ο πατέρας του ήταν πολύ άσχημα και πλησίαζε η ώρα να του πει το τελευταίο αντίο. Στάθηκε έξω από το δωμάτιο και γονάτισε. Ο γιατρός τον πλησίασε δειλά και έπιασε τον ώμο του. «Τον… τον χάσαμε, κύριε» είπε τραυλίζοντας και σούφρωσε τα μικροσκοπικά χείλη του. Τα πλήκτρα χτύπησαν δυνατά στο μυαλό του Κινέζου, έκαναν φασαρία, ταρακούνησαν την ευαίσθητη ψυχή του. Ο  Song έσφιξε τη γροθιά του και χτύπησε δυνατά το πάτωμα. Έπειτα άφησε το μίσος να τον καταλάβει και συνέχισε να χτυπά ξανά και ξανά, ώσπου το μαλθακό του χέρι σκίστηκε. Το αίμα ελευθερώθηκε από τα δεσμά του και κατάφερε να βγει από τις πληγές. «Σας παρακαλώ κύριε...» είπε ο γιατρός. «Πρέπει να ηρεμίσετε»!

DikasiV05   Στη Θεσσαλονίκη, τη Νύφη του Θερμαϊκού, η Helen Thomas περίμενε το Γρηγόρη έξω από μια βίλα στο Πανόραμα. Φορούσε μαύρα γυαλιά και ένα απλό φόρεμα που έντυνε το αέρινο σώμα της. Το αυτοκίνητο του Γρηγόρη σταμάτησε λίγα μέτρα μακριά της. Εκείνος βγήκε χαμογελώντας και πλησίασε βιαστικά. 
- Τι έγινε, κορίτσι μου; Την αγκάλιασε. Εκείνη κράτησε την αναπνοή της και ξέσπασε σε κλάματα.
- Πάμε, σε παρακαλώ, στο σπίτι, μας περιμένει ο Παύλος. Ο Γρηγόρης έβγαλε τα γυαλιά της και την κοίταξε στα μάτια. Η κακοποίηση στο πρόσωπο της γυναίκας ήταν φανερή.
- Τι είναι αυτό Helen, ποιος σε χτύπησε;
- Αύριο το πρωί φεύγω Γρηγόρη, φεύγω για πάντα! Πριν φύγω όμως θέλω να σου γνωρίσω τον Παύλο, να σε βοηθήσει, να σου διδάξει μερικά πράγματα στο πιάνο.
- Ναι, μα ποιος... Η ντίβα της Jazz έπιασε το στόμα του και τον έκανε να σωπάσει. Έπειτα τον φίλησε στο μάγουλο.
- Το ποιος και το γιατί είναι δικό μου πρόβλημα πλέον. Εσύ πρέπει να κάνεις το σωστό. Μπήκαν σιωπηλοί στη βίλα και χτύπησαν την πόρτα. Ένας όμορφος άνδρας, γύρω στα πενήντα κάτι,  άνοιξε με χαμόγελο και τους καλώς όρισε. Τα γκρίζα μαλλιά του έδιναν μια ακαταμάχητη γοητεία και το καλοδιατηρημένο σώμα μαρτυρούσε την άψογη φυσική κατάστασή του.  Ο Γρηγόρης τον αναγνώρισε αμέσως και για μερικά λεπτά έχασε τα λόγια του. Αυτός ήταν, ο Παύλος Μαΐστρος, ο τεράστιος συνθέτης και πιανίστας. Ο άνθρωπος με τα περισσότερα βραβεία και νίκες στο πιάνο. Ένας ζωντανός θρύλος. Είχε συνεργαστεί με τις μεγαλύτερες συμφωνικές του κόσμου, με τους καλύτερους διευθυντές ορχήστρας, με τους κορυφαίους μουσικούς παραγωγούς. 
- Helen, είπε  και αγκάλιασε τη ντίβα της Jazz. Εκείνη τον φίλησε στο μάγουλο και χαμογέλασε.
- Παύλο μου, πόσα χρόνια πέρασαν; Εσύ έγινες πιο νέος από την τελευταία φορά που σε είδα. Εκείνος άγγιξε με τα δάχτυλά του το πρόσωπό της και τα άφησε να κατρακυλήσουν ως τους ώμους. Ο Σαλονικιός ένιωσε άβολα και κατάλαβε πως κάτι ερωτικό υπήρχε ανάμεσα τους. «Ίσως υπήρξαν εραστές στο παρελθόν» σκέφτηκε και έβηξε θυμωμένος, χαλώντας τη ρομαντική ατμόσφαιρα που πήγε να δημιουργηθεί.
- Ω, ναι, είπε η Helen και έστρεψε το βλέμμα. Παύλο, να σου γνωρίσω το φίλο μου το Γρηγόρη. Είναι το παιδί που σου είπα στο τηλέφωνο. Είναι ο…
- Ξέρω ποιος είναι, τη διέκοψε ενοχλημένος ο ώριμος άντρας, είναι αυτός ο ανόητος τύπος που προκάλεσε το Sang Song. Νομίζει ότι είναι σπουδαίος και ότι αυτό το ''ταλέντο'' που έχει, αυτό που το αποκαλεί δίκαση της κλασικής, θα τον σώσει από τον όλεθρο. Η πόρτα έκλεισε και οι τρεις καλλιτέχνες μπήκαν μέσα αφήνοντας το ζεστό καλοκαιρινό ήλιο να κάνει τη δουλειά του. 

DikasiV06- Εδώ, εδώ!
- Σε είδα μπαίνοντας! Καλησπέρα! Δεν άργησα, ε;
- Είναι εννέα και μισή. Είσαι δεκαπέντε λεπτά συνεπέστερος του συνεπούς!
Ο Ryann Xavier, ο ντράμερ των Galaxy Fear έβαλε τα γέλια. «Αστειεύεσαι και κάνεις λογοπαίγνια σε μια γλώσσα που δεν είναι καν η μητρική σου; Σημάδι κουλτούρας και μια καλή αρχή για αυτή εδώ την κουβέντα. Γεια σου, Κρατερέ»! Ο έτερος ντράμερ, αυτός των Savages May Follow, έσφιξε το χέρι του πανδιάσημου συναδέλφου του και του πρότεινε να καθίσουν. Παράγγειλαν κάτι να πιουν και ξεκίνησαν να μιλάνε για διάφορα θέματα, εντελώς άσχετα με την περίφημη μονομαχία των συγκροτημάτων – και των πιανιστών φυσικά. Εντελώς άσχετα και με τη μουσική ακόμα. Ο Xavier μιλούσε για την ιστορία της Ελλάδας και ρωτούσε τον Κρατερό διάφορα πράγματα για τη χώρα του τελευταίου. Πέρασε πολύ ευχάριστα ένα εικοσάλεπτο… Στη συνέχεια, ο Αμερικανός μουσικός ήπιε δυο γουλιές από τον καφέ του και άρχισε να μιλάει για το επίμαχο ζήτημα… Ήταν βράδυ, βρίσκονταν στο λόμπυ του ξενοδοχείου του Κρατερού, είχαν μια μαγευτική θέα προς την πόλη, οποιοσδήποτε θα υπέθετε ότι κάθε Ροκ Σταρ που σέβεται τον εαυτό του θα «κατέφευγε» στο αλκοόλ, όχι όμως ο Xavier. Κάθετος με την ιδέα της «αμαρτωλής πόσης», ο τυμπανιστής από τη Walla-Walla της πολιτείας Washington, γνωστής μόνο για τις φυλακές που βρίσκονται εκεί, έπινε «απλά» καφέ και αυτό ήταν! Ο Κρατερός είχε διαβάσει ότι οι Galaxy Fear είχαν διάφορα θέματα με το αλκοόλ, ιδίως ο μπασίστας και ο ένας εκ των κιθαριστών, o Ryann όμως είχε αποφασίσει να βάλει τέλος σε όλες αυτές τις ιστορίες και φρόντιζε να διαφημίζει παντού ότι το αλκοόλ και το συγκρότημα δεν τέμνονται πουθενά. Πλέον…
- Ξέρεις, Κρατερέ… Στην αρχή, όταν μάθαμε για το περιστατικό με τους δύο πιανίστες – και το μάθαμε μόνο όταν ανακατεύτηκε το όνομά μας – θεωρήσαμε ότι πρόκειται για κάποιο διαφημιστικό κόλπο. Είμαστε πολύ στα πάνω μας τους τελευταίους δεκαπέντε μήνες, όλοι θέλουν να ασχοληθούν μαζί μας.
- Φαντάζομαι ότι…
- Αν μου επιτρέπεις να ολοκληρώσω τη σκέψη μου...
Ο Κρατερός έκανε μια γκριμάτσα απογοήτευσης. Θεώρησε ότι ο Xavier μιλούσε με κάποιας μορφής έπαρση και στράβωσε. Αυτά τα «Αν μου επιτρέπεις» τα θεωρούσε μπούρδες και δεν γούσταρε με τίποτα το επιτηδευμένο σε τέτοιου είδους κουβέντες, κυρίως μεταξύ αγνώστων. Ο γιάνκης μουσικός το πρόσεξε αμέσως, προτίμησε όμως να το αγνοήσει επιδεικτικά.
- Αυτό που ήθελα να σου πω… Πιστεύω πως είναι μια μεγαλοπρεπής τσιχλόφουσκα όλο τούτο, διαφημιστικά όμως θα κάνει καλό. Και σε μας και σε σας. Ιδίως σε εσάς που δεν σας ξέρει κανείς.
- Μας γνωρίζει κόσμος, φίλε! Όχι όσος ξέρει εσάς, αλλά έχουμε ξεφύγει από το «Δεν μας ξέρει κανείς», εδώ και καιρό. Θα σου πω επίσης ότι αυτό το ύφος που έχεις δεν μου αρέσει καθόλου, το βρίσκω εντελώς υποτιμητικό απέναντί μας και θα σε παρακαλέσω να είσαι πιο ευγενής προς την μπάντα μου και μένα, αλλιώς η κουβέντα μας μόλις τελείωσε!
- Είμαι ευγενής! Βρίσκομαι εδώ για να βάλουμε σε μία τάξη τα πράγματα, να μιλήσουμε σαν φίλοι, να…
- Ποια τάξη, ποια πράγματα, ποιοι φίλοι; Μιλήσαμε μία φορά στο τηλέφωνο και γνωριζόμαστε εδώ και μισή ώρα. Σε παρακαλώ, πες μου γιατί ζήτησες να με δεις!
Ο Xavier ήπιε πάλι από τον καφέ του. Κοίταξε τον Κρατερό στα μάτια και μετά σήκωσε τα χέρια του, για να δώσει έμφαση στα λόγια του.
- Πολύ λίγο με ενδιαφέρουν οι πιανίστες και η όποια κόντρα τους! Τους έχω και τους δύο χεσμένους! Το μόνο που με νοιάζει είναι η δωρεάν διαφήμιση και όλο το σκηνικό που πάει να στηθεί. Το ότι θα παίξουμε με δυο τύπους κάτι σαν κλασσική μουσική με ενοχλεί κάπως, όλα αυτά έχουν ξαναγίνει και, για μένα, είναι και λίγο κιτς. Θέλω λοιπόν να επικεντρωθούμε στις μπίζνες του πράγματος. Θέλω να έλθετε μαζί μας στην Αγγλία και μετά στις ΗΠΑ, να κάνουμε μια promo περιοδεία, να παίξουμε και μαζί ένα-δυο Live… Μιλάω για εμφανίσεις στην τηλεόραση, σε ραδιοφωνικούς σταθμούς, για συνεντεύξεις σε περιοδικά. Κρατερέ, μιλάω για τουλάχιστον είκοσι συνεντεύξεις καθημερινά. Μιλάω για μία ολόκληρη ώρα στην εκπομπή του Eddie Trunk και ένα σωρό πράγματα. Τι λες;
- Λέω ότι είναι καταπληκτικά όλα αυτά! Υπέροχα! Εννοείται ότι θέλουμε να το κάνουμε!
Ο Xavier έγειρε στην πολυθρόνα του. Χαμογέλασε και χάζεψε για λίγο δύο πολύ όμορφες ξανθιές που περίμεναν στη ρεσεψιόν για check-in. Ο Κρατερός κοίταξε το ρολόι του. Ξαφνικά… τον χτύπησε μια σκέψη στο μυαλό! Σαν ηχητικό αποτύπωμα μπαγκέτας…
- Ryann;
- Ναι… Έλα, με συγχωρείς! Είπες κάτι;
- Τώρα θα το πω. Γιατί δεν επικοινώνησε το μάνατζμέντ σας με το δικό μας, για να γίνει η πρόταση και να προχωρήσουμε; Γιατί μου τα λες όλα αυτά ξέχωρα από τον κλασσικό τρόπο προσέγγισης; Παίζει κάτι άλλο;
- Έτσι καχύποπτος είσαι πάντα;
- Όταν υπάρχει και κάτι άλλο… Ναι!
Ο Αμερικανός σηκώθηκε όρθιος. Ο Έλληνας τον μιμήθηκε. Το θέαμα ήταν μάλλον αστείο. Ο Xavier είναι κοντά στα δυο μέτρα, ο Κρατερός πάλι… θα χωρούσε εύκολα στην τσέπη του.
- Υπάρχει!
- Σε ακούω με πολλή προσοχή…
- Θέλω… Θέλουμε… Προκειμένου να γίνουν όλα αυτά, θέλουμε να εκθέσετε το Γρηγόρη. Θέλουμε να τον κάνετε να φανεί τσαπατσούλης στη μονομαχία. Να τον βγάζετε εκτός χρόνου, να τον πετάτε συνέχεια έξω, να κάνετε να φανεί η σύνθεσή του χάλια! Τι λες, φίλε; Σου προσφέρω μια συμφωνία εκατομμυρίων και απίστευτης καταξίωσης. Και δεν θα κοστίσει στη μπάντα σου τίποτα!

DikasiV03   Ο Sang Song μπήκε στο σπίτι του και με δάκρυα στα μάτια έβαλε ένα ποτήρι ουίσκι. Το ήπιε μονορούφι και γέμισε πάλι. Πλησίασε το πιάνο του και άγγιξε απαλά τα πλήκτρα. Έσκυψε και τα φίλησε ψιθυρίζοντας κάτι ανούσιο. Ο καλύτερος του φίλος και μάνατζερ, Ji Wang, άνοιξε την πόρτα, με τα δικά του κλειδιά, και έτρεξε καταπάνω του. Τον αγκάλιασε δυνατά και σκούπισε τα δακρυσμένα μάτια του.
- Σε παρακαλώ, Sang, μην κάνεις έτσι. Είμαι δίπλα σου. Μαζί θα τα πολεμήσουμε όλα.
- Είναι νεκρός, Ji! Ο πατέρας είναι νεκρός και νιώθω τόσο μόνος! Σήκωσε το μπουκάλι. Ήπιε αχόρταγα και ξέσπασε σε λυγμούς.
- Σταμάτα να πίνεις, διάολε! Δεν είσαι μόνος! Ο μάνατζερ έπιασε το μπουκάλι και προσπάθησε να το πάρει από τη μέγγενη των χεριών του πιανίστα. Ο  Sang Song θύμωσε, τον έσπρωξε και άφησε την πύρινη γλώσσα του να κάψει τα πάντα στο διάβα της.
- Κάνε πίσω, ξευτιλισμένο κτήνος! Εσύ, εσύ φταις για όλα! Εσύ πότισες το μυαλό μου φαρμάκι, με κορόιδεψες, με τύφλωσες. Εκμεταλλεύτηκες τη δόξα μου για να κτίσεις την καριέρα σου.
- Πως τολμάς να μου μιλάς έτσι; Χωρίς εμένα θα ήσουν ένα τίποτα. Το κατακάθι της κλασικής. Μου χρωστάς τα πάντα Sang! Εγώ σε έκανα αστέρι, εγώ και οι βρώμικες γνωριμίες μου. Στρέψε την οργή σου εκεί που πρέπει. Συγκεντρώσου! Αυτός φταίει για όλα. αυτός ο Έλληνας! Αντί να είσαι δίπλα στον πατέρα σου, ξόδεψες ώρες στο να προσπαθείς να συνθέσεις την κόντρα σας. Τσάκισέ τον, μπορείς. Ο πιανίστας μούγκρισε και πέταξε το μπουκάλι στον τοίχο. Γονάτισε μπροστά στον Ji Wang και αγκάλιασε τα πόδια του.
- Έχεις δίκιο, συγχώρεσε με, Ji. Ο Έλληνας φταίει. Πες μου τι να κάνω, νιώθω τόσο μόνος, χαμένος. Ο μάνατζερ χάιδεψε το κεφάλι του Sang Song και χαμογέλασε με ικανοποίηση.  

DikasiV02   Η Δανάη έβαλε το τσέλο της στη θήκη του. Η πρόβα είχε τελειώσει πριν μερικά λεπτά, ο Μηνάς Στάρβαλος, ο μαέστρος, είχε δώσει τις καθιερωμένες εντολές/οδηγίες για την επόμενη μέρα και είχε ευχηθεί το κλασσικό «Καλό μεσημέρι», όπως έκανε πάντα. Η καστανόμορφη κοπέλα ήταν αναψοκοκκινισμένη… Είχε κάνει ένα χοντρό λάθος σε ένα από τα κομμάτια, κάτι που δεν θα της ξέφευγε ούτε κι αν ακόμα είχε πάει να παίξει μεθυσμένη! Η ορχήστρα σταμάτησε απότομα, θυμίζοντας τρένο που αγκομαχάει επειδή κάποιος τράβηξε το μοχλό κινδύνου… Ο Στάρβαλος, φανερά ενοχλημένος, κατέβηκε από το πόντιουμ και πλησίασε την εικοσιπεντάχρονη… «Δεσποινίς Γούναρη! Πάνω σε ένα τέτοιο φάλτσο σκοτώθηκε πέρυσι ένας πολύ φίλος μου τενόρος»! Οι υπόλοιποι της ορχήστρας ξέσπασαν σε γέλια, ο Γρηγόρης κρατήθηκε να μη γελάσει και ο Κρατερός κατέβασε τα μάτια του στο πάτωμα και γρύλλισε μέσα από τα δόντια του. «Είσαι τόσο μαλάκας; Γιατί θες να τη μειώσεις τόσο; Είναι η καλύτερη που έχεις! Άντε και γαμ…»! Η κοπέλα σηκώθηκε όρθια και μίλησε με καθαρή φωνή. «Ζητώ συγνώμη, μαέστρο! Δεν θα ξαναγίνει… Δεν… Σας δίνω το λόγο μου»! Ο Στάρβαλος την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, χάιδεψε τις παρτιτούρες στο αναλόγιό της και ξεκίνησε, σε «πατρικό» ύφος, να την επαινεί αρχικά και στη συνέχεια να της τονίζει πως όσο καλή κι αν είναι, δεν δικαιολογείται να υποπίπτει σε τέτοια σφάλματα. Τελείωσε το λογύδριό του με τη συνηθισμένη ατάκα του «Και τώρα δουλειά!» και ξανανέβηκε στο πόντιουμ. Η πρόβα συνεχίστηκε, η Δανάη ήταν αλάνθαστη, όπως πάντα άλλωστε…

DikasiV01- Δεν πιστεύω να του δίνεις σημασία του βλαμμένου! Γράφτον στα τέτοια σου, κοπέλα μου!
- Όχι, μωρέ, εγώ…
Δεν πρόλαβε να πει άλλη κουβέντα. Ο Κρατερός τη βούτηξε από το γιακά και τη φίλησε παθιασμένα. Η Δανάη άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. Τα μάγουλά της έγιναν αυγά της Πασχαλιάς…
- Μας βλέπουν…
- Σ’ αγαπάω!
Ξανάκλεισε τα μάτια της και αφέθηκε. Μπορεί να πέρασαν έξι αιώνες, μπορεί πάλι να ήταν και μερικά δευτερόλεπτα… Μάλλον το δεύτερο. Ακούστηκε μια φωνή κοντά τους. «Μήπως να βρίσκατε κάνα δωμάτιο»; Ο Κρατερός έβαλε τα γέλια και ξεκόλλησε από τη Δωδεκανήσια. Η Δανάη πήγε να γελάσει, αλλά το σταμάτησε. Μαχαίρι! Κοίταξε το Γρηγόρη στα μάτια.
- Η Σόνια που είναι;
Ο πιανίστας την κοίταξε με περίεργο τρόπο.
- Διακρίνω έναν εχθρικό τόνο στη φωνή σου ή μου φαίνεται;
Σας πήρα χθες τηλέφωνο. Και τους δυο σας! Εσύ μου ήλθες για δέκα λεπτά, δεν ξέρω αν με άκουσες καν και μετά με άφησες σύξυλη και πήγες σε κείνο το ραντεβού με τον Αμερικανό drummer. Κι εσύ! Εσύ δεν απάντησες καν! Αφού άφησα τη Σόνια στα μαγαζιά και αφού μίλησα με τον Κρατερό για το πόσο ταραγμένη ήταν, δοκίμασα να την ξαναπάρω τηλέφωνο. Δεν το σήκωνε! Δοκίμασα και σήμερα το πρωί. Τίποτα! Γι αυτό είναι αλλού το μυαλό μου, γι αυτό και μου βγήκε το γαμωφάλτσο! Λοιπόν; Ξέρεις πού είναι η γυναίκα σου;

Ο Γρηγόρης την κάρφωσε με φανερό εκνευρισμό. Έπιασε το αναλόγιο της κοπέλας και το τράνταξε. Ο Κρατερός πήγε να μπει στη μέση. Ο Γρηγόρης τον σταμάτησε.
- Δεν υπάρχει λόγος… Άστο, φίλε… Κοριτσάκι, πρόσεχε πώς μου μιλάς! Πρόσεχε πολύ! Ιδίως όταν μιλάς για τη Σόνια! Ακούς;

DikasiV08   Κάνα-δυο χιλιόμετρα μακριά, σε ένα καφέ, η Σόνια απολάμβανε ρόφημα και κουβέντα με τον άγνωστο που την είχε δει την προηγούμενη σε κακό χάλι. Την είχε ξαναπετύχει στο δρόμο και της θύμισε ποιος ήταν. Βέβαια, εκείνη τον θυμόταν. Διάολε, μόλις χθες είχαν συναντηθεί! Από την άλλη μεριά, ο τύπος είναι καλοβαλμένος, καλοντυμένος και εξαιρετικά γοητευτικός. Της είχε συστηθεί σαν Στράτος Καραβάς, αρχιτέκτονας και περαστικός από τη Θεσσαλονίκη, μια και είχε έλθει για δουλειές. Το γραφείο του είναι στην Άνδρο και έχει άλλο ένα γραφείο στη Γλυφάδα. Μιλούσε με χαρακτηριστική άνεση και πολύ καλή άρθρωση, εκείνη όμως είχε εστιάσει στο παρουσιαστικό του… Τον άκουγε σαν σχολιαροκόριτσο… Και η ώρα περνούσε…

DikasiV07   Ο Κρατερός γύρισε στο ξενοδοχείο και έπεσε ξερός για ύπνο. Δεν πρόλαβε να κλείσει τα μάτια του... Το τηλέφωνο του δωματίου χτύπησε και ο ντράμερ τινάχτηκε από το κρεβάτι. «Παρακαλώ; Ναι, ναι κατεβαίνω αμέσως»! Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο του και κατέβηκε στη ρεσεψιόν. Κόσμος, πολύς κόσμος και βαβούρα. «Τι διάολο κάνουν όλοι αυτοί εδώ;» σκέφτηκε και προχώρησε προς το πλήθος. Το βλέμμα πάγωσε για μερικά λεπτά και η καρδιά του κάλπασε δυνατά. Η Helen Thomas ήταν εκεί, μπροστά του και, μα το θεό, ένιωσε το ίδιο αμήχανα όπως την πρώτη φορά που την κοίταξε στα μάτια. Εκείνη χαμογέλασε και έδιωξε ευγενικά τον κόσμο. Φορούσε ένα χαλαρό φόρεμα και μια καλοκαιρινή αύρα τυλίγονταν γύρω από το σώμα της.

- Κρατερέ, καλέ μου, πάει τόσος καιρός, είπε και τον αγκάλιασε ζεστά.
- Helen, μα πώς, θέλω να πω, πώς με βρήκες; Η Ντίβα της jazz χαμογέλασε και πάλι με μια έκδηλη γλύκα στο πανέμορφο πρόσωπο της.
- Ο Γρηγόρης! Αυτός μου είπε...
- Τον κερατά, μου το φύλαξε για έκπληξη.
- Λοιπόν, τι λες, θα πιούμε καφέ; Έχουμε να πούμε τόσα πολλά. Άραγε τι κοινό είχαν η  Helen Thomas και ο Κρατερός, ποιο μυστικό σφράγιζε τη σχέση τους; Πόσο επικίνδυνος μπορούσε να γίνει ο διεφθαρμένος μάνατζερ του Sang Song και τι σχέδια ετοίμαζε; Η γυναίκα του Έλληνα πιανίστα θα έκανε το μοιραίο λάθος ή η λογική θα επικρατούσε; Η δίκαση της κλασικής μπήκε βαθιά, πολύ βαθιά και κάτι ύπουλο πλησίαζε τους ήρωες.

John Emmans, Stiver Graunne

Προηγούμενα μέρη
 

Ο διάσημος πιανίστας Sang Song, κλώτσησε με μίσος την κεντρική εξώπορτα του νοσοκομείου και έτρεξε με δάκρυα στα μάτια προς το βάθος. Ο πατέρας του ήταν πολύ άσχημα και πλησίαζε η ώρα να του πει το τελευταίο αντίο. Στάθηκε έξω από το δωμάτιο και γονάτισε. Ο γιατρός τον πλησίασε δειλά και έπιασε τον ώμο του. «Τον… τον χάσαμε, κύριε» είπε τραυλίζοντας και σούφρωσε τα μικροσκοπικά χείλη του. Τα πλήκτρα χτύπησαν δυνατά στο μυαλό του Κινέζου, έκαναν φασαρία, ταρακούνησαν την ευαίσθητη ψυχή του. Ο  Song έσφιξε τη γροθιά του και χτύπησε δυνατά το πάτωμα. Έπειτα άφησε το μίσος να τον καταλάβει και συνέχισε να χτυπά ξανά και ξανά, ώσπου το μαλθακό του χέρι σκίστηκε. Το αίμα ελευθερώθηκε από τα δεσμά του και κατάφερε να βγει από τις πληγές. «Σας παρακαλώ κύριε...» είπε ο γιατρός. «Πρέπει να ηρεμίσετε»!

 

Στη Θεσσαλονίκη, τη Νύφη του Θερμαϊκού, η Helen Thomas περίμενε το Γρηγόρη έξω από μια βίλα στο Πανόραμα. Φορούσε μαύρα γυαλιά και ένα απλό φόρεμα που έντυνε το αέρινο σώμα της. Το αυτοκίνητο του Γρηγόρη σταμάτησε λίγα μέτρα μακριά της. Εκείνος βγήκε χαμογελώντας και πλησίασε βιαστικά.  

- Τι έγινε, κορίτσι μου; Την αγκάλιασε. Εκείνη κράτησε την αναπνοή της και ξέσπασε σε κλάματα. 

- Πάμε, σε παρακαλώ, στο σπίτι, μας περιμένει ο Παύλος. Ο Γρηγόρης έβγαλε τα γυαλιά της και την κοίταξε στα μάτια. Η κακοποίηση στο πρόσωπο της γυναίκας ήταν φανερή. 

- Τι είναι αυτό Helen, ποιος σε χτύπησε; 

- Αύριο το πρωί φεύγω Γρηγόρη, φεύγω για πάντα! Πριν φύγω όμως θέλω να σου γνωρίσω τον Παύλο, να σε βοηθήσει, να σου διδάξει μερικά πράγματα στο πιάνο. 

- Ναι, μα ποιος... Η ντίβα της Jazz έπιασε το στόμα του και τον έκανε να σωπάσει. Έπειτα τον φίλησε στο μάγουλο.

- Το ποιος και το γιατί είναι δικό μου πρόβλημα πλέον. Εσύ πρέπει να κάνεις το σωστό. Μπήκαν σιωπηλοί στη βίλα και χτύπησαν την πόρτα. Ένας όμορφος άνδρας, γύρω στα πενήντα κάτι,  άνοιξε με χαμόγελο και τους καλώς όρισε. Τα γκρίζα μαλλιά του έδιναν μια ακαταμάχητη γοητεία και το καλοδιατηρημένο σώμα μαρτυρούσε την άψογη φυσική κατάστασή του.  Ο Γρηγόρης τον αναγνώρισε αμέσως και για μερικά λεπτά έχασε τα λόγια του. Αυτός ήταν, ο Παύλος Μαΐστρος, ο τεράστιος συνθέτης και πιανίστας. Ο άνθρωπος με τα περισσότερα βραβεία και νίκες στο πιάνο. Ένας ζωντανός θρύλος. Είχε συνεργαστεί με τις μεγαλύτερες συμφωνικές του κόσμου, με τους καλύτερους διευθυντές ορχήστρας, με τους κορυφαίους μουσικούς παραγωγούς.  

- Helen, είπε  και αγκάλιασε τη ντίβα της Jazz. Εκείνη τον φίλησε στο μάγουλο και χαμογέλασε. 

- Παύλο μου, πόσα χρόνια πέρασαν; Εσύ έγινες πιο νέος από την τελευταία φορά που σε είδα. Εκείνος άγγιξε με τα δάχτυλά του το πρόσωπό της και τα άφησε να κατρακυλήσουν ως τους ώμους. Ο Σαλονικιός ένιωσε άβολα και κατάλαβε πως κάτι ερωτικό υπήρχε ανάμεσα τους. «Ίσως υπήρξαν εραστές στο παρελθόν» σκέφτηκε και έβηξε θυμωμένος, χαλώντας τη ρομαντική ατμόσφαιρα που πήγε να δημιουργηθεί. 

- Ω, ναι, είπε η Helen και έστρεψε το βλέμμα. Παύλο, να σου γνωρίσω το φίλο μου το Γρηγόρη. Είναι το παιδί που σου είπα στο τηλέφωνο. Είναι ο…

- Ξέρω ποιος είναι, τη διέκοψε ενοχλημένος ο ώριμος άντρας, είναι αυτός ο ανόητος τύπος που προκάλεσε το Sang Song. Νομίζει ότι είναι σπουδαίος και ότι αυτό το ''ταλέντο'' που έχει, αυτό που το αποκαλεί δίκαση της κλασικής, θα τον σώσει από τον όλεθρο. Η πόρτα έκλεισε και οι τρεις καλλιτέχνες μπήκαν μέσα αφήνοντας το ζεστό καλοκαιρινό ήλιο να κάνει τη δουλειά του.  

 

- Εδώ, εδώ!

- Σε είδα μπαίνοντας! Καλησπέρα! Δεν άργησα, ε;

- Είναι εννέα και μισή. Είσαι δεκαπέντε λεπτά συνεπέστερος του συνεπούς!

Ο Ryann Xavier, ο ντράμερ των Galaxy Fear έβαλε τα γέλια. «Αστειεύεσαι και κάνεις λογοπαίγνια σε μια γλώσσα που δεν είναι καν η μητρική σου; Σημάδι κουλτούρας και μια καλή αρχή για αυτή εδώ την κουβέντα. Γεια σου, Κρατερέ»! Ο έτερος ντράμερ, αυτών των Savages Will Follow, έσφιξε το χέρι του πανδιάσημου συναδέλφου του και του πρότεινε να καθίσουν. Παράγγειλαν κάτι να πιουν και ξεκίνησαν να μιλάνε για διάφορα θέματα, εντελώς άσχετα με την περίφημη μονομαχία των συγκροτημάτων – και των πιανιστών φυσικά. Εντελώς άσχετα και με τη μουσική ακόμα. Ο Xavier μιλούσε για την ιστορία της Ελλάδας και ρωτούσε τον Κρατερό διάφορα πράγματα για τη χώρα του τελευταίου. Πέρασε πολύ ευχάριστα ένα εικοσάλεπτο… Στη συνέχεια, ο Αμερικανός μουσικός ήπιε δυο γουλιές από τον καφέ του και άρχισε να μιλάει για το επίμαχο ζήτημα… Ήταν βράδυ, βρίσκονταν στο λόμπυ του ξενοδοχείου του Κρατερού, είχαν μια μαγευτική θέα προς την πόλη, οποιοσδήποτε θα υπέθετε ότι κάθε Ροκ Σταρ που σέβεται τον εαυτό του θα «κατέφευγε» στο αλκοόλ, όχι όμως ο Xavier. Κάθετος με την ιδέα της «αμαρτωλής πόσης», ο τυμπανιστής από τη Walla-Walla της πολιτείας Washington, γνωστής μόνο από τις φυλακές που βρίσκονται εκεί, έπινε «απλά» καφέ και αυτό ήταν! Ο Κρατερός είχε διαβάσει ότι οι Galaxy Fear είχαν διάφορα θέματα με το αλκοόλ, ιδίως ο μπασίστας και ο ένας εκ των κιθαριστών, o Ryann όμως είχε αποφασίσει να βάλει τέλος σε όλες αυτές τις ιστορίες και φρόντιζε να διαφημίζει παντού ότι το αλκοόλ και το συγκρότημα δεν τέμνονται πουθενά. Πλέον…

- Ξέρεις, Κρατερέ… Στην αρχή, όταν μάθαμε για το περιστατικό με τους δύο πιανίστες – και το μάθαμε μόνο όταν ανακατεύτηκε το όνομά μας – θεωρήσαμε ότι πρόκειται για κάποιο διαφημιστικό κόλπο. Είμαστε πολύ στα πάνω μας τους τελευταίους δεκαπέντε μήνες, όλοι θέλουν να ασχοληθούν μαζί μας.

- Φαντάζομαι ότι…

- Αν μου επιτρέπεις να ολοκληρώσω τη σκέψη μου...

Ο Κρατερός έκανε μια γκριμάτσα απογοήτευσης. Θεώρησε ότι ο Xavier μιλούσε με κάποιας μορφής έπαρση και στράβωσε. Αυτά τα «Αν μου επιτρέπεις» τα θεωρούσε μπούρδες και δεν γούσταρε με τίποτα το επιτηδευμένο σε τέτοιου είδους κουβέντες, κυρίως μεταξύ αγνώστων. Ο γιάνκης μουσικός το πρόσεξε αμέσως, προτίμησε όμως να το αγνοήσει επιδεικτικά.

- Αυτό που ήθελα να σου πω… Πιστεύω πως είναι μια μεγαλοπρεπής τσιχλόφουσκα όλο τούτο, διαφημιστικά όμως θα κάνει καλό. Και σε μας και σε σας. Ιδίως σε εσάς που δεν σας ξέρει κανείς.

- Μας γνωρίζει κόσμος, φίλε! Όχι όσος ξέρει εσάς, αλλά έχουμε ξεφύγει από το «Δεν μας ξέρει κανείς», εδώ και καιρό. Θα σου πω επίσης ότι αυτό το ύφος που έχεις δεν μου αρέσει καθόλου, το βρίσκω εντελώς υποτιμητικό απέναντί μας και θα σε παρακαλέσω να είσαι πιο ευγενής προς την μπάντα μου και εμένα, αλλιώς η κουβέντα μας μόλις τελείωσε!

- Είμαι ευγενής! Βρίσκομαι εδώ για να βάλουμε σε μία τάξη τα πράγματα, να μιλήσουμε σαν φίλοι, να…

- Ποια τάξη, ποια πράγματα, ποιοι φίλοι; Μιλήσαμε μία φορά στο τηλέφωνο και γνωριζόμαστε εδώ και μισή ώρα. Σε παρακαλώ, πες μου γιατί ζήτησες να με δεις!

Ο Xavier ήπιε πάλι από τον καφέ του. Κοίταξε τον Κρατερό στα μάτια και μετά σήκωσε τα χέρια του, για να δώσει έμφαση στα λόγια του.

- Πολύ λίγο με ενδιαφέρουν οι πιανίστες και η όποια κόντρα τους! Τους έχω και τους δύο χεσμένους! Το μόνο που με νοιάζει είναι η δωρεάν διαφήμιση και όλο το σκηνικό που πάει να στηθεί. Το ότι θα παίξουμε με δυο τύπους κάτι σαν κλασσική μουσική με ενοχλεί κάπως, όλα αυτά έχουν ξαναγίνει και, για μένα, είναι και λίγο κιτς. Θέλω λοιπόν να επικεντρωθούμε στις μπίζνες του πράγματος. Θέλω να έλθετε μαζί μας στην Αγγλία και μετά στις ΗΠΑ, να κάνουμε μια promo περιοδεία, να παίξουμε και μαζί ένα-δυο Live… Μιλάω για εμφανίσεις στην τηλεόραση, σε ραδιοφωνικούς σταθμούς, για συνεντεύξεις σε περιοδικά. Κρατερέ, μιλάω για τουλάχιστον είκοσι συνεντεύξεις καθημερινά. Μιλάω για μία ολόκληρη ώρα στην εκπομπή του Eddie Trunk και ένα σωρό πράγματα. Τι λες;

- Λέω ότι είναι καταπληκτικά όλα αυτά! Υπέροχα! Εννοείται ότι θέλουμε να το κάνουμε!

Ο Xavier έγειρε στην πολυθρόνα του. Χαμογέλασε και χάζεψε για λίγο δύο πολύ όμορφες ξανθιές που περίμεναν στη ρεσεψιόν για check-in. Ο Κρατερός κοίταξε το ρολόι του. Ξαφνικά… τον χτύπησε μια σκέψη στο μυαλό! Σαν ηχητικό αποτύπωμα μπαγκέτας…

- Ryann;

- Ναι… Έλα, με συγχωρείς! Είπες κάτι;

- Τώρα θα το πω. Γιατί δεν επικοινώνησε το μάνατζμέντ σας με το δικό μας, για να γίνει η πρόταση και να προχωρήσουμε; Γιατί μου τα λες όλα αυτά ξέχωρα από τον κλασσικό τρόπο προσέγγισης; Παίζει κάτι άλλο;

- Έτσι καχύποπτος είσαι πάντα;

- Όταν υπάρχει και κάτι άλλο… Ναι!

Ο Αμερικανός σηκώθηκε όρθιος. Ο Έλληνας τον μιμήθηκε. Το θέαμα ήταν μάλλον αστείο. Ο Xavier είναι κοντά στα δυο μέτρα, ο Κρατερός πάλι… θα χωρούσε εύκολα στην τσέπη του.

- Υπάρχει!

- Σε ακούω με πολλή προσοχή…

- Θέλω… Θέλουμε… Προκειμένου να γίνουν όλα αυτά, θέλουμε να εκθέσετε το Γρηγόρη. Θέλουμε να τον κάνετε να φανεί τσαπατσούλης στη μονομαχία. Να τον βγάζετε εκτός χρόνου, να τον πετάτε συνέχεια έξω, να κάνετε να φανεί η σύνθεσή του χάλια! Τι λες, φίλε; Σου προσφέρω μια συμφωνία εκατομμυρίων και απίστευτης καταξίωσης. Και δεν θα κοστίσει στη μπάντα σου τίποτα!

 

Ο Sang Song μπήκε στο σπίτι του και με δάκρυα στα μάτια έβαλε ένα ποτήρι ουίσκι. Το ήπιε μονορούφι και γέμισε πάλι. Πλησίασε το πιάνο του και άγγιξε απαλά τα πλήκτρα. Έσκυψε και τα φίλησε ψιθυρίζοντας κάτι ανούσιο. Ο καλύτερος του φίλος και μάνατζερ, Ji Wang, άνοιξε την πόρτα, με τα δικά του κλειδιά, και έτρεξε καταπάνω του. Τον αγκάλιασε δυνατά και σκούπισε τα δακρυσμένα μάτια του. 

- Σε παρακαλώ, Sang, μην κάνεις έτσι. Είμαι δίπλα σου. Μαζί θα τα πολεμήσουμε όλα. 

- Είναι νεκρός, Ji! Ο πατέρας είναι νεκρός και νιώθω τόσο μόνος! Σήκωσε το μπουκάλι. Ήπιε αχόρταγα και ξέσπασε σε λυγμούς.

- Σταμάτα να πίνεις, διάολε! Δεν είσαι μόνος! Ο μάνατζερ έπιασε το μπουκάλι και προσπάθησε να το πάρει από τη μέγγενη των χεριών του πιανίστα. Ο  Sang Song θύμωσε, τον έσπρωξε και άφησε την πύρινη γλώσσα του να κάψει τα πάντα στο διάβα της.

- Κάνε πίσω, ξευτιλισμένο κτήνος! Εσύ, εσύ φταις για όλα! Εσύ πότισες το μυαλό μου φαρμάκι, με κορόιδεψες, με τύφλωσες. Εκμεταλλεύτηκες τη δόξα μου για να κτίσεις την καριέρα σου.

- Πως τολμάς να μου μιλάς έτσι; Χωρίς εμένα θα ήσουν ένα τίποτα. Το κατακάθι της κλασικής. Μου χρωστάς τα πάντα Sang! Εγώ σε έκανα αστέρι, εγώ και οι βρώμικες γνωριμίες μου. Στρέψε την οργή σου εκεί που πρέπει. Συγκεντρώσου! Αυτός φταίει για όλα. αυτός ο Έλληνας! Αντί να είσαι δίπλα στον πατέρα σου, ξόδεψες ώρες στο να προσπαθείς να συνθέσεις την κόντρα σας. Τσάκισέ τον, μπορείς. Ο πιανίστας μούγκρισε και πέταξε το μπουκάλι στον τοίχο. Γονάτισε μπροστά στον Ji Wang και αγκάλιασε τα πόδια του. 

- Έχεις δίκιο, συγχώρεσε με, Ji. Ο Έλληνας φταίει. Πες μου τι να κάνω, νιώθω τόσο μόνος, χαμένος. Ο μάνατζερ χάιδεψε το κεφάλι του Sang Song και χαμογέλασε με ικανοποίηση.   

 

Η Δανάη έβαλε το τσέλο της στη θήκη του. Η πρόβα είχε τελειώσει πριν μερικά λεπτά, ο Μηνάς Στάρβαλος, ο μαέστρος, είχε δώσει τις καθιερωμένες εντολές/οδηγίες για την επόμενη μέρα και είχε ευχηθεί το κλασσικό «Καλό μεσημέρι», όπως έκανε πάντα. Η καστανόμορφη κοπέλα ήταν αναψοκοκκινισμένη… Είχε κάνει ένα χοντρό λάθος σε ένα από τα κομμάτια, κάτι που δεν θα της ξέφευγε ούτε κι αν ακόμα είχε πάει να παίξει μεθυσμένη! Η ορχήστρα σταμάτησε απότομα, θυμίζοντας τρένο που αγκομαχάει επειδή κάποιος τράβηξε το μοχλό κινδύνου… Ο Στάρβαλος, φανερά ενοχλημένος, κατέβηκε από το πόντιουμ και πλησίασε την εικοσιπεντάχρονη… «Δεσποινίς Γούναρη! Πάνω σε ένα τέτοιο φάλτσο σκοτώθηκε πέρυσι ένας πολύ φίλος μου τενόρος»! Οι υπόλοιποι της ορχήστρας ξέσπασαν σε γέλια, ο Γρηγόρης κρατήθηκε να μη γελάσει και ο Κρατερός κατέβασε τα μάτια του στο πάτωμα και γρύλλισε μέσα από τα δόντια του. «Είσαι τόσο μαλάκας; Γιατί θες να τη μειώσεις τόσο; Είναι η καλύτερη που έχεις! Άντε και γαμ…»! Η κοπέλα σηκώθηκε όρθια και μίλησε με καθαρή φωνή. «Ζητώ συγνώμη, μαέστρο! Δεν θα ξαναγίνει… Δεν… Σας δίνω το λόγο μου»! Ο Στάρβαλος την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, χάιδεψε τις παρτιτούρες στο αναλόγιό της και ξεκίνησε, σε «πατρικό» ύφος, να την επαινεί αρχικά και στη συνέχεια να της τονίζει πως όσο καλή κι αν είναι, δεν δικαιολογείται να υποπίπτει σε τέτοια σφάλματα. Τελείωσε το λογύδριό του με τη συνηθισμένη ατάκα του «Και τώρα δουλειά!» και ξανανέβηκε στο πόντιουμ. Η πρόβα συνεχίστηκε, η Δανάη ήταν αλάνθαστη, όπως πάντα άλλωστε…

 

- Δεν πιστεύω να του δίνεις σημασία του βλαμμένου! Γράφτον στα τέτοια σου, κοπέλα μου!

- Όχι, μωρέ, εγώ…

Δεν πρόλαβε να πει άλλη κουβέντα. Ο Κρατερός τη βούτηξε από το γιακά και τη φίλησε παθιασμένα. Η Δανάη άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. Τα μάγουλά της έγιναν αυγά της Πασχαλιάς…

- Μας βλέπουν…

- Σ’ αγαπάω!

Ξανάκλεισε τα μάτια της και αφέθηκε. Μπορεί να πέρασαν έξι αιώνες, μπορεί πάλι να ήταν και μερικά δευτερόλεπτα… Μάλλον το δεύτερο. Ακούστηκε μια φωνή κοντά τους. «Μήπως να βρίσκατε κάνα δωμάτιο»; Ο Κρατερός έβαλε τα γέλια και ξεκόλλησε από τη Δωδεκανήσια. Η Δανάη πήγε να γελάσει, αλλά το σταμάτησε. Μαχαίρι! Κοίταξε το Γρηγόρη στα μάτια.

- Η Σόνια που είναι;

Ο πιανίστας την κοίταξε με περίεργο τρόπο.

- Διακρίνω έναν εχθρικό τόνο στη φωνή σου ή μου φαίνεται;

Σας πήρα χθες τηλέφωνο. Και τους δυο σας! Εσύ μου ήλθες για δέκα λεπτά, δεν ξέρω αν με άκουσες καν και μετά με άφησες σύξυλη και πήγες σε κείνο το ραντεβού με τον Αμερικανό drummer. Κι εσύ! Εσύ δεν απάντησες καν! Αφού άφησα τη Σόνια στα μαγαζιά και αφού μίλησα με τον Κρατερό για το πόσο ταραγμένη ήταν, δοκίμασα να την ξαναπάρω τηλέφωνο. Δεν το σήκωνε! Δοκίμασα και σήμερα το πρωί. Τίποτα! Γι αυτό είναι αλλού το μυαλό μου, γι αυτό και μου βγήκε το γαμωφάλτσο! Λοιπόν; Ξέρεις πού είναι η γυναίκα σου;

 

Ο Γρηγόρης την κάρφωσε με φανερό εκνευρισμό. Έπιασε το αναλόγιο της κοπέλας και το τράνταξε. Ο Κρατερός πήγε να μπει στη μέση. Ο Γρηγόρης τον σταμάτησε.

- Δεν υπάρχει λόγος… Άστο, φίλε… Κοριτσάκι, πρόσεχε πώς μου μιλάς! Πρόσεχε πολύ! Ιδίως όταν μιλάς για τη Σόνια! Ακούς;

 

Κάνα-δυο χιλιόμετρα μακριά, σε ένα καφέ, η Σόνια απολάμβανε ρόφημα και κουβέντα με τον άγνωστο που την είχε δει την προηγούμενη σε κακό χάλι. Την είχε ξαναπετύχει στο δρόμο και της θύμισε ποιος ήταν. Βέβαια, εκείνη τον θυμόταν. Διάολε, μόλις χθες είχαν συναντηθεί! Από την άλλη μεριά, ο τύπος είναι καλοβαλμένος, καλοντυμένος και εξαιρετικά γοητευτικός. Της είχε συστηθεί σαν Στράτος Καραβάς, αρχιτέκτονας και περαστικός από τη Θεσσαλονίκη, μια και είχε έλθει για δουλειές. Το γραφείο του είναι στην Άνδρο και έχει άλλο ένα γραφείο στη Γλυφάδα. Μιλούσε με χαρακτηριστική άνεση και πολύ καλή άρθρωση, εκείνη όμως είχε εστιάσει στο πρόσωπό του… Τον άκουγε σαν σχολιαροκόριτσο… Και η ώρα περνούσε…

 

Ο Κρατερός γύρισε στο ξενοδοχείο και έπεσε ξερός για ύπνο. Το τηλέφωνο του δωματίου χτύπησε και ο ντράμερ τινάχτηκε από το κρεβάτι. «Παρακαλώ; Ναι, ναι κατεβαίνω αμέσως»! Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο του και κατέβηκε στη ρεσεψιόν. Κόσμος, πολύς κόσμος και βαβούρα. «Τι διάολο κάνουν όλοι αυτοί εδώ;» σκέφτηκε και προχώρησε προς το πλήθος. Το βλέμμα πάγωσε για μερικά λεπτά και η καρδιά του κάλπασε δυνατά. Η Helen Thomas ήταν εκεί, μπροστά του και, μα το θεό, ένιωσε το ίδιο αμήχανα όπως την πρώτη φορά που την κοίταξε στα μάτια. Εκείνη χαμογέλασε και έδιωξε ευγενικά τον κόσμο. Φορούσε ένα χαλαρό φόρεμα και μια καλοκαιρινή αύρα τυλίγονταν γύρω από το σώμα της.

-Κρατερέ, καλέ μου, πάει τόσος καιρός, είπε και τον αγκάλιασε ζεστά.

- Helen, μα πώς, θέλω να πω, πώς με βρήκες; Η Ντίβα της jazz χαμογέλασε και πάλι με μια έκδηλη γλύκα στο πανέμορφο πρόσωπο της.

- Ο Γρηγόρης! Αυτός μου είπε..

- Τον κερατά, μου το φύλαξε για έκπληξη.

- Λοιπόν, τι λες, θα πιούμε καφέ; Έχουμε να πούμε τόσα πολλά. Άραγε τι κοινό είχε η  Helen Thomas και ο Κρατερός, ποιο μυστικό σφράγιζε τη σχέση τους; Πόσο επικίνδυνος μπορούσε να γίνει ο διεφθαρμένος μάνατζερ του Sang Song και τι σχέδια ετοίμαζε; Η γυναίκα του Έλληνα πιανίστα θα έκανε το μοιραίο λάθος ή η λογική θα επικρατούσε; Η δίκαση της κλασικής μπήκε βαθιά, πολύ βαθιά και κάτι ύπουλο πλησίαζε τους ήρωες.

 

John Emmans, Stiver Graunne

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Mindfield

Επισκέπτες

0 Μέλη και 154 Επισκέπτες Συνδεδεμένοι
DMC Firewall is a Joomla Security extension!