Mindfield

ηδIVκασητηςκλασσικής

 
   Ένας καλογυμνασμένος άνδρας καθόταν ατάραχος μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή και χάζευε χυδαία βίντεο στο διαδίκτυο. Που και που σήκωνε το χέρι, σπρώχνοντας προς τα πίσω τα μακριά μαλλιά του. Τα αχόρταγα μάτια του συλλέγανε εικόνες από το άσεμνο θέαμα και ένα διεστραμμένο χαμόγελο έντυνε το τραχύ πρόσωπό του.  Ο Θρασύβουλος Ζωγράφου είναι ο ιδιοκτήτης του επιτυχημένου περιοδικού ''Noose''. Το πανάκριβο Smartphone χτύπησε, ταράζοντας την ησυχία του. Το σήκωσε βαριεστημένα, χωρίς να δει το νούμερο και απάντησε νευρικά. «Ναι, εγώ είμαι»… Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν εννέα το πρωί και ετοιμάστηκε να βρίσει. Ξαφνικά ένα νέο χαμόγελο, πιο διεστραμμένο, πιο μεθυστικό, χάραξε το πρόσωπό του. Η φωνή του γλύκανε, έγινε πιο μαλακή. «Φυσικά, βέβαια, θα τα πούμε από κοντά. Ό,τι θέλεις»! Σηκώθηκε γρήγορα από την καρέκλα. Πήρε το σακάκι του και βγήκε από το σπίτι.
 
01  
   Ο ήλιος έντυνε τον ουρανό και η ζεστή ανάσα του χτυπούσε το γρήγορο αυτοκίνητο που επέστρεφε από την Χαλκιδική.  Ο Γρηγόρης οδηγούσε θυμωμένος και η Helen Thomas, η ντίβα της τζαζ, κοιτούσε έξω από το παράθυρο στενοχωρημένη. Έμεναν σιωπηλοί, δε μπορούσαν να αρθρώσουν λέξη. Το ξημέρωμα τους βρήκε γυμνούς στην παραλία και η καυτή νύχτα που προηγήθηκε ήταν ένα λάθος.
- Μου κρατάς κακία; είπε εκείνη.
- Όχι, δεν φταις σε κάτι εσύ. Νομίζω ότι εγώ…
- Σταμάτα, φώναξε η Helen θυμωμένα. Δεν θέλω να ακούσω τα ίδια που λένε όλοι οι άντρες. Όχι από εσένα. Το ήθελα όσο κι εσύ. Έγινε, Γρηγόρη! Δεν γυρίζει πίσω. Κάναμε έρωτα, πες το, μη ντρέπεσαι, μη μετανιώνεις!
- Είμαι παντρεμένος, που να σε πάρει! Φυσικά και το ήθελα, φυσικά και μου άρεσε, αλλά πρόδωσα τη γυναίκα μου. Αισθάνομαι απαίσια.
- Ίσως το έκανες γιατί δεν είσαι πραγματικά σίγουρος για εκείνη πλέον. Ίσως σου αξίζει κάτι καλύτερο.  
- Η Σόνια είναι ό,τι καλύτερο έχω στη ζωή μου! Δε θα την άλλαζα για καμιά άλλη. Συχώρεσε με, Helen. Εκείνη χαμογέλασε με ζεστασιά και έπιασε το μάγουλό του.
- Καταλαβαίνω. Άργησα μερικά χρόνια και είναι λογικό. Προχώρησες μπροστά, ενώ εγώ έκτισα μια καριέρα και γκρέμισα τα αισθηματικά μου. Είναι πολύ τυχερή που σε έχει. Ωραία λοιπόν, φίλοι.
- Φίλοι; Μπορούμε στ’ αλήθεια να είμαστε φίλοι, Helen;
- Μπορούμε να προσπαθήσουμε…
 
02    Ο Μιχάλης Λιμπερόπουλος διάβαζε τα τελευταία νέα του ΠΑΟΚ καθισμένος σε μια καφέ. Ξαφνικά εμφανίστηκε ο Θρασύβουλος, πίσω από ένα σκουπιδιάρικο και έτρεξε κοντά στο φίλο και συνεργάτη του.
- Καλώς τον, είπε ο Μιχάλης, άκου, ρε φίλε, τι λένε για τον ΠΑΟΚ...
- Άσε τον ΠΑΟΚ, Μιχάλη! Μου τηλεφώνησε ένας Έλληνας συνεργάτης του μάνατζερ του Sang Song. Μου ζήτησε να μη μαθευτεί τίποτα, ειδάλλως θα τσακίσει το περιοδικό μας στις μηνύσεις και, πίστεψέ με, μπορεί να το κάνει ο τύπος. Θέλει να πολεμήσουμε το Γρηγόρη και αυτός σαν αντάλλαγμα θα μας δώσει παγκόσμιες αποκλειστικότητες, θα διαφημίσει το σάιτ και θα μας χαρίσει τρελά κλικαρίσματα.
- Δεν καταλαβαίνω, για τί πράγμα μιλάς;
- Για τη μάχη του πιανίστα με το δικό μας Γρηγόρη. Θέλει να του λέμε τα πάντα, να γίνουμε η σκιά του και να καταστρέψουμε την εικόνα του. Μου υποσχέθηκε και ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Πολύ μεγάλο.
- Τι σκέπτεσαι να κάνεις;
- Στείλε τη Λαρισαία Νικολέτα…
- Βολιώτισσα! Αν την πεις Λαρισαία, θα σου βγάλει το λαρύγγι!
- Ωραία, έστω! Στείλε τη Νικολέτα από το Βόλο να του πάρει συνέντευξη. Πες της να του κάνει επίθεση, να τον ταράξει στις ερωτήσεις. Θα ακολουθήσω το σχέδιο. Έχουμε ανάγκη τα λεφτά και αυτός ο ανόητος δεν είναι φίλος μας. Να πάει στα τσακίδια. Αν ο σχιστομάτης πληρώνει, θα γίνω η σκύλα του.
- Λοιπόν, το λατρεύω όταν γίνεσαι μοχθηρός, φίλε. Πάμε να λιώσουμε στα τσίπουρα, κερνάς εσύ!
 
   Στο άλλο άκρο της Γης, ο Κινέζος πιανίστας καθόταν σιωπηλός και έπαιζε πιάνο. Τα χέρια του γλιστρούσαν πάνω στα πλήκτρα και η μελώδια μοσχοβολούσε ζωή. Ένας δυνατός χτύπος διέκοψε το αριστουργηματικό παίξιμό του και ο Sang Song πλησίασε έντονα εκνευρισμένος την πόρτα.  Άνοιξε και υποδέχτηκε ένα γνωστό τηλεοπτικό παραγωγό.
- Καλησπέρα κύριε Song, είπε και έσκυψε με σεβασμό το κεφάλι του.
- Καλησπέρα. Τι θα θέλατε κύριε Lang;
- Η τελευταία απερισκεψία σας ταρακούνησε την εικόνα σας και ο κόσμος έχει αρχίσει να χλευάζει το όνομά σας.
- Και λοιπόν; Είπε ενοχλημένος ο πιανίστας.
- Σκεφτήκαμε να κάνουμε μια εκπομπή με καλεσμένους εσάς τους δυο. Τον Έλληνα κι εσάς. Να αποδείξετε στο κοινό ότι δεν είστε τόσο υπερόπτης όσο φανήκατε ούτε τόσο φτηνός για να προκαλείτε ένα παιδάκι.
- Πως είσαι σίγουρος ότι θα δεχτεί ο Έλληνας;
- Αυτό αφήστε το σ’ εμάς! Από εσάς περιμένω ένα ναι και τα υψηλά νούμερα που θα φέρει αυτή η όμορφη κουβέντα.
- Χμ, ωραία λοιπόν, αν έρθει εκείνος, θα έρθω κι εγώ.
 
03 - Ζάχαρη βάζεις; Σόρρυ, μωρέ, δεν θυμάμαι… είμαι λίγο πηγμένη…
- Ναι, σπρώξε! Βάλε τρεις κουταλιές. Στα γλυκά δεν λέω ποτέ όχι. Τα «ξινά» αποφεύγω…
Η Δανάη συνήθιζε να κάνει τον καραγκιόζη για να γελάνε οι γύρω της και να ξεχνάνε «τα δικά τους» για λίγο. Το είχε από μικρή αυτό… Είχε χάσει τους νονούς της με τραγικό τρόπο και είχε μάθει να χρησιμοποιεί το χιούμορ σαν αμυντικό μηχανισμό… Εκείνος ήταν μηχανικός στο εμπορικό ναυτικό. Πολύ ωραίος άντρας. Μελαχρινός, με μαύρα αμυγδαλωτά μάτια και αρχαιοελληνικό πηγούνι, αγαπημένος των γυναικών και απίστευτα θεληματικός. Εκείνη… Καστανή, νόστιμη αλλά τίποτα το εξαιρετικό, μυστήρια και σίγουρη για τον εαυτό της. Την παντρεύτηκε και δεν ξανακοίταξε άλλη γυναίκα. Κι εκείνη τον απάτησε… Στο χρόνο απάνω… Έτσι τουλάχιστον έτρεξαν να του προφτάσουν οι καλοθελητάδες… Δεν το σκέφτηκε πολύ… Ένα απόγευμα, στο πολυτελές διαμέρισμά τους στην Καστέλα… Για πολλοστή φορά τσακώνονταν για το ίδιο θέμα. Αν τον κερατώνει και με ποιον και γιατί και που αυτός της τα έχει όλα στα πόδια της… Και εκείνη να φωνάζει και να χτυπιέται και να ορκίζεται… Εκείνος ηρέμησε, σχεδόν αυτόματα. Δεν έβγαζε κουβέντα… Βρέθηκε πίσω της. Εκείνη δεν έδωσε σημασία… Έβγαλε ένα περίστροφο και την πυροβόλησε ξερά. Η νονά «έφυγε» αμέσως. Την κοίταξε για μερικά δεύτερα, γύρισε το όπλο από την ανάποδη και…
 
   Η Δανάη ένιωθε ένα περίεργο σφίξιμο. Η μητέρα της ήλθε να την πάρει από το σχολείο άρον-άρον… Κλειδώθηκε στο γραφείο του διευθυντή και όταν βγήκε ήταν κλαμένη… Η καστανή πιτσιρίκα δεν είπε τίποτα, δεν άρθρωσε ούτε λέξη… Ούτε όταν είδε τον πατέρα της να έρχεται προς το μέρος τους, το ίδιο σκυθρωπός. Ο νονός της ήταν αδελφός του, ήταν πολύ αγαπημένοι και του είχε ζητήσει ο ίδιος να τη βαφτίσει, έτσι σαν χάρη… Βρέθηκαν στο καράβι της γραμμής. Για τον Πειραιά. Τους έβλεπε να μιλούν, τους έβλεπε να κάνουν έντονες χειρονομίες τους γονείς της, δεν μπορούσε όμως να τους ακούσει… Ο πατέρας της, ένας επίσης όμορφος άντρας, με γαλαζοπράσινα μάτια και μαύρο μούσι ναυτικού, σαν κι αυτό του Λύκου Λάρσεν στο «Ο Θαλασσόλυκος» του Τζακ Λόντον, της έκανε νόημα. Πήγε κοντά του, τον αγκάλιασε και τον κοίταξε στα μάτια… το λατρεύει το μπαμπά της…
- Αγάπη μου γλυκιά, θα μείνεις στη γιαγιά, ναι; Εγώ και η μαμά έχουμε ένα θέμα να τακτοποιήσουμε. Θα έλθουμε να σε πάρουμε το πρωί… Θέλω όμως να μου υποσχεθείς κάτι. Να φας και να πας κατευθείαν για ύπνο. Τι λες, γίνεται;
Δεν του χαλούσε ποτέ χατίρι. Ίσως γιατί, για εκείνη, ο πατέρας της ήταν πάντα ο «μπαμπάκας» της. Ίσως γιατί πάντα τη ρωτούσε, ποτέ δεν τη διέταζε… Μέχρι σήμερα…
 
   «Κορίτσι μου, τι έχεις»; Η Σόνια κοίταξε την όμορφη Δωδεκανήσια και τη σκούντηξε ελαφρά. Η Δανάη είχε παραδοθεί στις θύμησές της.  
- Ωχ, να με συμπαθάς, σκέφτομαι διάφορα… Ευχαριστώ, κούκλα μου! Μμμ… καφεδάρα! Πες μου τώρα, τι έχεις; Στο τηλέφωνο ακουγόσουν πολύ περίεργα…
- Να με συγχωρείς! Έχεις κι εσύ τα δικά σου με το δικό σου….
- Άτσα λογοπαίγνιο! Γράφεις και σενάρια, μανταμίτσα;
Η Σόνια έβαλε τα γέλια. Η Δανάη τη μπούφλισε ελαφρά και άραξε στον καναπέ. Χτύπησε το τηλέφωνο… Ήταν κάποιος συνάδελφος της Σόνιας. «Θα καθυστερήσω λίγο, είναι για δουλειά»…
 
   Στο σπίτι των παππούδων της δεν ήθελε και πολύ να πηγαίνει. Όχι πως δεν τους συμπαθούσε, αλλά ένα κοριτσάκι δώδεκα χρονών, μόνο του, με δυο γερόντους… Ακολούθησε τη συμβουλή του πατέρα της, έφαγε, καληνύχτισε και χώθηκε κάτω από το στρώμα. Η τηλεόραση έπαιζε ειδήσεις. Η χαρακτηριστική φωνή του παρουσιαστή της τρυπούσε τα αυτιά. Έβαλε το μαξιλάρι από πάνω απ’ το κεφάλι της αλλά τίποτα… Γύρισε ανάσκελα και άρχισε να μουρμουρίζει σιγανά, να ακούει μόνο αυτή. Η φωνή επανήλθε ακόμα πιο δυνατή και διαπεραστική. «Άγριο έγκλημα στην Καστέλα, στον Πειραιά, κυρίες και κύριοι. Ζευγάρι λογομάχησε, προφανώς πρόκειται για σκηνή ζηλοτυπίας και ένταση, η οποία προκλήθηκε από βαριές κουβέντες εκατέρωθεν. Ο δράστης πυροβόλησε και σκότωσε τη σύζυγό του εν ψυχρώ και στη συνέχεια αυτοκτόνησε. Ο δράστης ονομάζεται»...
Στο άκουσμα του ονόματος η Δανάη σηκώθηκε αυτόματα από το κρεβάτι της. «Νονέ»!
 
04- Μπυρίτσα;
- Ε;
- Μπυρίτσα λέω! Έλα! Τι έπαθες, μωρέ, τα ‘παιξες τελείως;
Ό τραγουδιστής των Savages May Follow είχε αράξει και παρακολουθούσε ένα ντοκιμαντέρ για τους Αρχαίους Αιγυπτίους. Η ώρα ήταν περασμένη και προφανώς βαριόταν ακόμα και να αλλάξει κανάλι. Αν και μια μανία για τα ιστορικά πάντα την είχε… Ο μάνατζερ της μπάντας, Βαλάντης Αλεξάκος, είχε καθίσει παρέα του. Οι υπόλοιποι του συγκροτήματος ήταν εξαφανισμένοι, η Θεσσαλονίκη άλλωστε δεν είναι πόλη για να την «αψηφήσεις» μένοντας κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου ξενοδοχείου.
- Λέγε, Κωνσταντίνε! Λέγε, φίλε! Τι θα κάνουμε με το μικρό;
Ο τριαντάχρονος άνδρας από τον Έβρο, μεγαλωμένος στον Πειραιά κι αυτός, ο μπροστάρης του σχήματος και ένας από τους βασικούς συνθέτες, ήπιε μια γουλιά και χαμογέλασε με καλοσύνη. «Έχει δίκιο ο μικρός… Έχει δίκιο, Βαλάντη! Και δεν το κατάλαβε κανείς μας! Τι θα πει Galaxy Fear; Δεν το έχουμε δηλαδή να τους κοιτάξουμε στα μάτια; Δεν είναι δα κι οι Maiden»!
- Να τον φωνάξω δηλαδή να μιλήσουμε; Ή με φέρατε τσάμπα εδώ πάνω;
- Δεν είναι με την έτσι; Είχα την εντύπωση…
- Όχι, στο δωμάτιό του είναι… Μιλήσαμε πριν λίγη ώρα. Η κοπέλα έφυγε νωρίς, μετά από ένα τηλεφώνημα. Κάτι παίζει με μια γνωστή της…
- Ρε φίλε, ήθελα να ήξερα πώς τα γνωρίζεις όλα αυτά!
Ο Βαλάντης σηκώθηκε από τον καναπέ, κοίταξε από το παράθυρο, γύρισε στον Κωνσταντίνο και χαμογέλασε… Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
- Γι αυτό δεν με πληρώνετε; Γι αυτό δεν με πρήζετε; Για να τα ξέρω όλα; Πάω να φέρω το μικρό. Να του φερθείς καλά, βρε! Ξέρω ότι μεταξύ σας τα παιδιά αγαπιέστε πολύ.
 
05    Το αυτοκίνητο σταμάτησε νευρικά έξω από το ξενοδοχείο. Η Helen Thomas κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Έπειτα σκούπισε το μισοσβησμένο κραγιόν από τα χείλη της και στράφηκε προς τον Γρηγόρη.
- Άκουσε με. Αν θέλεις να σβήσεις όλα όσα έγιναν χθες το βράδυ θα το δεχτώ. Δε θα σε πιέσω, ούτε μπορώ να συγκριθώ με εκείνη. Θέλω όμως μια χάρη από εσένα. Δεν θα σε αφήσω να καταστραφείς. Ο Sang Song είναι πολύ δυνατός και, ας είμαστε ρεαλιστές, θα χάσεις το στοίχημα, Γρηγόρη. Δεν έχεις ελπίδα. Όχι αν δεν κάνω κάτι για εσένα. Το απόγευμα θα συναντήσω ένα σπουδαίο φίλο και μουσικό. Είναι ειδικός στο πιάνο και μπορεί να σε διδάξει, αν τον παρακαλέσω. Έχει τίτλους και βραβεία. Έλα μαζί μου, γνώρισέ τον.
- Με υποτιμάς Helen, δεν έχω ανάγκη από κανέναν. Στο ξαναείπα, θα τον διαλύσω μόνος. Θα ξεκινήσω σύνθεση σύντομα. Πρέπει να δουλέψω σκληρά. Η γυναίκα έπιασε το μάγουλό του και γλύκανε τη φωνή της.
- Σε παρακαλώ, έλα, κάντο για εμένα! Μια περίεργη αίσθηση ανακάτεψε τον εγωισμό εκείνου και κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Λίγα μέτρα πιο πέρα ο μάνατζερ της Helen παρακολουθούσε εκνευρισμένος το θέαμα. Έπιασε το ποτήρι του καφέ που έπινε και το πέταξε στο πάτωμα. «Νεαρέ», είπε σε ένα πιτσιρίκο του προσωπικού, «μάζεψέ το, σε παρακαλώ και πες σε όλους ότι η κυρία Thomas δε θα δεχτεί κανέναν σήμερα». Τα μάτια του έβγαζαν φωτιές και η οργή  έτρεφε την σάπια του ψυχή. Η γυναίκα βγήκε από το αυτοκίνητο και έτρεξε βιαστικά στο ξενοδοχείο. Ο Γρηγόρης σκέφτηκε το σπίτι του, τη γυναίκα του και πάτησε το γκάζι. Η ντίβα της τζαζ μπήκε στο δωμάτιο και ξεντύθηκε γρήγορα. Φόρεσε το μπουρνούζι και ετοιμάστηκε να μπει στο μπάνιο, όταν ξαφνικά η πόρτα χτύπησε δυνατά.
- Ποιος είναι; ρώτησε διστακτικά.
- Εγώ, απάντησε θυμωμένα ο μουσικός παραγωγός και μάνατζέρ της. Εκείνη άνοιξε ξαφνιασμένη.
- George, τι έγινε; Το χέρι του επιτέθηκε με μανία και χτύπησε το μάγουλό της. Η γυναίκα έπεσε στο πάτωμα ζαλισμένη.
- Σε πήρα από τους δρόμους, σε έκανα σταρ και το ευχαριστώ σου είναι να με ξευτιλίζεις με αυτό τον τρόπο; Να πηδιέσαι με έναν αλήτη σαν κοινή πόρνη; Αυτό είσαι, μια πουτάνα! Η Helen έπιασε το κεφάλι της και προσπάθησε να σηκωθεί.
- Σε παρακαλώ George, μη! Ο άνδρας όρμησε και έβγαλε το μπουρνούζι της.  Έπειτα επιτέθηκε με βία και οι κραυγές της γυναικάς ακούστηκαν μέχρι το διάδρομο.
 
   Ο Γρηγόρης μπήκε βιαστικά στο σπίτι του. Επάνω στο τραπέζι υπήρχε ένα σημείωμα της Σόνιας. «Σου τηλεφωνούσα όλο το βράδυ και το είχες κλειστό. Πάρε με όταν το δεις, θα είμαι με την Δανάη έγινε κάτι τρομερό, θα σου πω από κοντά». Ήπιε ένα ποτήρι γάλα και έπεσε ξερός για ύπνο. Στο μακρινό Πεκίνο, ο διάσημος Sang Song καθόταν σκεπτικός και κοίταζε το ακριβό του πιάνο. Ήθελε να του μιλήσει, να του πει όλα όσα έκρυβε μέσα του, αλλά μια λυσσαλέα ενοχή τον χαστούκιζε με μίσος. Ένιωθε μόνος, προδομένος και δεν άντεχε όλο αυτό που βίωνε τον τελευταίο καιρό. Δάκρυσε για μια στιγμή και λύγησε. Έπιασε τα μαλλιά του και προχώρησε προς το παράθυρο. «Τι κατάφερα στη ζωή μου;» σκέφτηκε με πόνο. «Έβγαλα κάποια χρήματα και κατάφερα να κτίσω μια καριέρα. Όμως μέσα μου είμαι κενός, άχρωμος και δυστυχισμένος. Μόνο τα πλήκτρα έχω για συντρόφια κι αυτά με διώχνουν όσο περνά ο καιρός». Το τηλέφωνο χτύπησε δυνατά και ο Sang μπόρεσε να νιώσει την ταραχή του. Κάτι κακό θα άκουγε. Σήκωσε δειλά το ακουστικό και δέχτηκε ένα βαρύ φορτίο να πέφτει επάνω του. «Είναι στο νοσοκομείο, πρέπει να έρθεις γρήγορα»! Η καρδιά του σταμάτησε και το σώμα δεν ήθελε να συνεχίσει. «Δεν μπορεί να είναι αλήθεια! Όχι, όχι ο πατέρας μου! Γιατί, Θεέ»;

   Ο Κρατερός είχε βγει για μια βόλτα… Η κουβέντα που έκανε με τον τραγουδιστή του ήταν εγκάρδια, ήταν όπως ακριβώς θα την ήθελε. Ο Κωνσταντίνος τον αγκάλιασε με το που μπήκε στο δωμάτιο. «Έλα δω, έλα δω, βρε! Το ξέρεις ότι σ’ αγαπάω, ναι; Τους γράφουμε στα τέτοια μας τους Galaxy Fear! Κανόνισε ραντεβού με το Γρηγόρη, για να δούμε πως και τι θα παίξουμε, καθώς και τα διαδικαστικά. Ο Βαλάντης θέλει να πάρουμε κεφάλια»!
 
06    Ο μικροσκοπικός drummer βρέθηκε να τσεκάρει παλιά βινύλια σε ένα ξεχασμένο δισκοπωλείο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. «Τι όμορφες εποχές κάποτε!» αναπόλησε. Καθώς έψαχνε, χαμένος στη νοσταλγία, τα μάτια του έπεσαν επάνω σε ένα ράφι που έγραφε κλασική μουσική. Ένιωσε μια περίεργη έλξη και έστρεψε το ενδιαφέρον του προς τα εκεί. Η συμφωνική του Λονδίνου παίζει Wolfgang Amadeus Mozart, Richard Wagner τα καλύτερα, η συμφωνική της Βοστώνης παρουσιάζει Franz Schubert, το μεγαλείο του Igor Stravinsky, Claude Debussy, η Εμιλία Σαμπερέτα παίζει Richard Strauss, ο Sang Song παίζει Chopin. Αυτός ο δίσκος! Τι διάολο είναι αυτό; Ο Κρατερός τον τράβηξε μακριά από τους υπόλοιπους και τον κοίταζε για αρκετή ώρα.
- Λαμπρή επιλογή, νεαρέ μου, είπε ο υπεύθυνος του μαγαζιού.
- Α! Όχι δεν.. απλά κοίταζα. Δεν είμαι της κλασικής. Απλά βρήκα αυτό το δίσκο και…
- Νομίζω πως ο δίσκος βρήκε εσένα, αν μου επιτρέπεις, τον διέκοψε κάπως άκομψα ο ηλικιωμένος άνδρας. Ο Πειραιώτης χαμογέλασε ειρωνικά και άφησε το βινύλιο στη θέση του.
- Ευχαριστώ πολύ, κύριε, να είστε καλά! Είπε και βγήκε βιαστικά από το δισκοπωλείο. Το κινητό του χτύπησε και ο Κρατερός απάντησε. Η Δανάη ακουγόταν ταραγμένη και έπρεπε να τρέξει κοντά της. Ετοιμάστηκε να φύγει όταν ξαφνικά μια σκέψη τον ταρακούνησε, τον υπνώτισε και του έβαλε λόγια στο μυαλό. Μπήκε γρήγορα στο δισκοπωλείο και αγόρασε τον καταραμένο δίσκο. Κρατούσε στα χέρια του μια κατάθεση ψυχής από τον κινέζο πιανίστα. Αισθανόταν περίεργα… Το μυαλό του λειτούργησε ξανά «κανονικά». Έπρεπε να πάει στη Δανάη… Το κινητό ξαναχτύπησε. Ο αριθμός… «Καλά, πόσα νούμερα είναι τούτα εδώ, μωρέ;» σκέφτηκε.

07 - Ναι!
Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής ακούστηκε σίγουρη, δυνατή και… στα αγγλικά; «Ο Κρατερός»;
«Μάλιστα, εγώ»! απάντησε ο Κρατερός και ταυτόχρονα αναρωτήθηκε… Κάπου την είχε ξανακούσει εκείνη τη φωνή. Τη θυμόταν πολύ έντονα. Την είχε σχεδόν εντυπώσει.
- Κρατερέ, το όνομά μου είναι Ryann Xavier…  
Αυτός είναι! Η μνήμη του Κρατερού άρχισε να τρέχει με χιλιάδες χιλιόμετρα την ώρα… Ο κύριος Xavier είναι ο ντραμίστας των Galaxy Fear και το πιο καυτό όνομα στο χώρο των τυμπάνων σήμερα! Το περιοδικό “Modern Drummer” τον έκανε και τον ξαναέκανε εξώφυλλο, τον έχουν φιλοξενήσει περιοδικά και κανάλια για συνεντεύξεις, θεωρείται ένας από τους δέκα πιο επιδραστικούς σύγχρονους drummer και αποτελεί διακαή πόθο για κάθε μπάντα στον πλανήτη! Είναι απλά τέλειος και εξαιρετικά καλλιεργημένος… Ο Κρατερός απάντησε, ή τουλάχιστον προσπάθησε να απαντήσει, όσο πιο ψύχραιμα γίνεται…
- Μεγάλη μου τιμή, Ryann! Τι μπορώ να κάνω για σένα;
- Θα μπω κατευθείαν στο θέμα. Βρίσκομαι στην Ελλάδα και δη στη Θεσσαλονίκη και θέλω να τα πούμε από κοντά. Αφορά αυτή την περίφημη κόντρα των δύο συνθετών και, κατ’ επέκταση, των δύο συγκροτημάτων. Έμαθα κάποια πράγματα για σένα, εκτιμώ πως σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο πάνω-κάτω και θα ήταν καλό, πιστεύω, να μιλήσουμε οι δυο μας.
- Δεν έχω καμία αντίρρηση. Θέλετε το βράδυ;
- Στις δέκα και τέταρτο θα βρίσκομαι στο λόμπυ του ξενοδοχείου σου.
- Να υποθέσω ότι ήδη γνωρίζετε σε ποιο ξενοδοχείο μένω…
- Ναι! Καλό απόγευμα, τα λέμε από κοντά.
Ο Κρατερός κοντοστάθηκε… Ανέπνευσε χαλαρά για μερικά δευτερόλεπτα και στη συνέχεια πήρε τηλέφωνο το Βαλάντη. Ο τελευταίος γέλασε… «Από πού νομίζεις ότι βρήκε το τηλέφωνο το μάνατζμέντ τους; Ώστε σε πήρε ο Xavier… Καλώς… Θα πας στο ραντεβού, φυσικά και θα πας. Και θα μας μεταφέρεις όλη την κουβέντα»!
 
08   Η Σόνια είχε αφήσει τη Δανάη στο ξενοδοχείο της και προχωρούσε σκεφτική, χαζεύοντας τα μαγαζιά. Ο χτύπος του κινητού της την επανέφερε στην πραγματικότητα. Κοίταξε το άγνωστο νούμερο και απάντησε με απορία
- Ναι;
- Η Σόνια, η σύζυγος του Γρηγόρη; Ακούστηκε μια μπάσα αρσενική φωνή.
- Η ίδια, ποιος είναι; Είπε και στάθηκε τρομοκρατημένη μπροστά από ένα μαγαζί με είδη δώρων.
- Στη θέση σου θα αναρωτιόμουν «Ποιος είναι ο άντρας μου και που ήταν χθες το βράδυ»;
- Τι ξέρεις; Μίλα!
- Όχι μαντάμ, όχι τσαμπουκάδες σε εμένα. Ο μαλάκας σου σε κερατώνει. Ξύπνα! Η κλήση τερματίστηκε και η Σόνια ένιωσε μια ζαλάδα. Παραπάτησε και γονάτισε στο πεζοδρόμιο. Το κινητό ξαναχτύπησε, αυτή τη φορά όμως ήταν ένα μήνυμα, μια σοκαριστική και άσεμνη φωτογραφία.  Κοίταξε φοβισμένη και δάκρυσε. Ήταν σκοτεινή, αλλά μπορούσε να διακρίνει το γυμνό άντρα της και τη Helen Thomas που τον έσφιγγε στην αγκαλιά της. Ξέσπασε σε λυγμούς.
- Είστε καλά; Ακούστηκε η φωνή κάποιου περαστικού. Η Σόνια σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε σκουπίζοντας τα δάκρυα. Ήταν ένας γυμνασμένος, γοητευτικός τριανταπεντάρης.
- Καλά είμαι, ευχαριστώ. Ένιωσα μια ζαλάδα και...
- Μήπως περιμένετε χαρμόσυνα; Χαμογέλασε με ευγένεια εκείνος.
- Όχι, όχι, εγώ δεν...
- Ουφ! Ευτυχώς! Ξέρετε, σας έβλεπα ώρα τώρα και προσπαθούσα να σας πλησιάσω, να βρω κάτι έξυπνο. Εφόσον δεν, σημαίνει ότι είστε ελεύθερη. Θα θέλατε να πιούμε έναν καφέ και να τα πούμε; Η γυναίκα ένιωσε περίεργα, ένιωσε ευάλωτη και τρομοκρατήθηκε.
- Όχι, λυπάμαι, βιάζομαι.
- Τουλάχιστον πείτε μου, να ελπίζω στο μέλλον; Εκείνη χαμογέλασε και προχώρησε βιαστικά. Ο άντρας προχώρησε μερικά βήματα και έβγαλε το τηλέφωνό του. Πληκτρολόγησε έναν αριθμό και μίλησε.
- Έλα, όλα καλά. Είναι θέμα χρόνου να πέσει. Χαχα, μην λες βλακείες φίλε, ξέρω να πουλάω παραμύθια στις γυναίκες, θα την κάνω να κολλήσει. Θα κοιμηθώ σύντομα μαζί της.
Ποιος ήταν ο άγνωστος άνδρας, τι θα έκανε η Σόνια και τι κατάληξη θα είχε η συνάντηση του Κρατερού με τον Ryann Xavier; Η δίκαση της κλασικής όρχησε να σπάει τα εύθραυστα πλήκτρα της και η γυναίκα που έδινε ζωή στον Έλληνα πιανίστα ετοιμαζόταν να πέσει σε μια τρομερή παγίδα.
 
John Emmans, Stiver Graunne
 
*Για να διαβάσετε τα προηγούμενα μέρη της "Δίκασης" κάντε κλικ στα παρακάτω.
 
 
 

Mindfield

DMC Firewall is a Joomla Security extension!