Άρθρα Μουσικής

Facebook

Twitter

Αντίο φίλε μου, Aντίο αδελφέ μου

 
antiofile01   Πριν το πρωινό χαμόγελο του Ήλιου, πριν το ρολόι δείξει ότι έφτασε η ώρα να ξυπνήσεις για δουλειά, το τηλέφωνο χτυπάει νευρικά και το ένστικτό σου σαλεύει. Δεν είναι για καλό, σίγουρα δεν είναι. Σηκώνεις το ακουστικό, δειλά, φοβισμένα και δέχεσαι μια βίαιη ψυχική επίθεση, που χωρίς τσίπα ξεριζώνει από μέσα σου όμορφες αναμνήσεις. Ο καλύτερός σου φίλος, ο κολλητός, ο αδελφός, ο άνθρωπος που ενηλικιώθηκες μαζί του, που ονειρεύτηκες, που ήταν εκεί όταν τον χρειάστηκες… είναι νεκρός! Ένα κενό δάκρυ δραπετεύει από τα μάτια σου και κυλάει στο πυρωμένο κορμί. Τι να νιώσεις, τι να πεις, πώς να το πεις; Η αλήθεια μοιάζει τόσο ψεύτικη και το ψέμα τόσο αληθινό. Εύχεσαι να είναι πρωταπριλιά, να πρόκειται για μια κακόγουστη φάρσα, δεν είναι όμως. Πρέπει να φανείς δυνατός, να βρεις το κουράγιο να αντιμετωπίσεις την αλήθεια και να ξυπνήσεις από το λήθαργο του εγωισμού. Συμβαίνει στ αλήθεια αυτό; Ρωτάς ξανά και ξανά τον εαυτό σου, προσπαθώντας να τον πείσεις ότι εκείνος είναι ακόμη εδώ. Έπειτα στρέφεσαι οργισμένος προς την άκαρδη μοίρα και τη μαλώνεις, της ζητάς να φέρει πίσω το λεβέντη. Εκείνη κρύβεται πίσω από τις σκιές του Άδη, στενοχωρημένη, μετανιωμένη για την αδικία, για το κακό που προκάλεσε. Είναι όμως πολύ αργά και το αγόρι με τα ξανθά μαλλιά ταξιδεύει γι αλλού. Η ώρα κυλάει βασανιστικά και ο πόνος ελευθερώνει το φράγμα των δακρύων που γενναία πάλεψες να συγκρατήσεις. Κλάψε, κλάψε, καλέ μου φίλε, κλάψε να απαλύνεις τον πόνο σου, να λυτρώσεις την ψυχή σου. Έπειτα του λες το τελευταίο αντίο και κρατάς μέσα σου όλες τις όμορφες αναμνήσεις. Τότε που ήσασταν πιτσιρίκια με τα χέρια περασμένα στους ώμους και τρέχατε στο χωριό, τότε που ο ένας στάθηκε στο πλευρό του άλλου όταν γευτήκατε την πρώτη ερωτική αποτυχία. Υπήρξατε στ’ αλήθεια αληθινοί φίλοι, αδελφές ψυχές και τούτη η απώλεια σε σκοτώνει, σε παρασύρει βαθιά στα τάρταρα. Όμως πρέπει να κάνεις κουράγιο, να παλέψεις και να μείνεις όρθιος δίπλα στην οικογένειά του, στην οικογένειά σου. Εσύ πρέπει να αναλάβεις το δύσκολο έργο, να συναρμολογήσεις τα σκόρπια λόγια, να πεις στη μάνα τα άσχημα νέα. Πώς! Τι με ρωτάς, τι να σου πω κι εγώ; Τα έχω χαμένα. Αγκάλιασέ τη, φίλησέ τη, σα να ήταν η δική σου μάνα και, με γλύκα στη φωνή, πες ότι ένα αδέσποτο αυτοκίνητο παρέσυρε το παιδί της.
 
antiofile02   Ήταν σπουδαίος άνθρωπος, καλό παιδί, αυτό θα πουν οι γείτονες, αυτό θα πει ο κόσμος. Εσύ όμως τον ήξερες καλύτερα από τον καθένα και θα τολμούσες να ξεστομίσεις λόγια για το φιλαράκι σου που μοσχοβολάν ντομπροσύνη. Κοιτάζεις εκείνη τη φωτογραφία που είστε αγκαλιά στο αεροδρόμιο, εκείνη την τελευταία φωτογραφία που βγήκατε μαζί και νιώθεις τη ζεστασιά που περνά από τα χέρια σου στην καρδιά. Χαμογελάς και λησμονείς. Ήταν ο αδελφός μου, λες με δάκρια στα μάτια. Ήταν εκείνος που μου έμαθε να πιστεύω στους ανθρώπους, να ζω ελεύθερος και υπερήφανος. Στα δύσκολα τον είχα πάντα στο πλευρό μου. Θυμάσαι τη γνωριμία σας και ένα αλλόκοτο ρίγος διαπερνά το κορμί σου. Ήσασταν δώδεκα χρονών και η καλοσύνη του πότισε το διψασμένο εγωισμό σου. Από τότε τον θαύμαζες, καμάρωνες που ολομόναχος πέτυχε τόσα πολλά και κατέκτησε τον κόσμο. Έγινε αμέσως ο ήρωάς σου και μπλέξατε παρέα σε ονειρεμένες περιπέτειες. Πολεμήσατε πλάι-πλάι χαμένους έρωτες, σκληρούς ανθρώπους, ψεύτικες φιλίες, οικονομικούς δαίμονες, αόρατες απειλές. Όσο και να πόνεσε, όσο και να δυσκολεύτηκε, δε σε πρόδωσε ποτέ. Ήταν πραγματικό παλικάρι. Στέκεσαι μόνος μπροστά από τον υπολογιστή και διαβάζεις μηνύματα αγάπης, συμπαράστασης, για το φίλο σου. Σκέπτεσαι για λίγο και συνειδητοποιείς ότι είχε πολλούς καλούς φίλους πλάι του, ότι περνούσε καλά, ότι έδωσε απλόχερα αυτά που στερήθηκε. Σε όλους εκείνους που δεν γνωρίζεις προσωπικά, σε όλους εκείνους που ήταν κομμάτι της ζωής του, λες ένα μεγάλο ευχαριστώ για τα καλά τους λόγια, για τη συμπαράσταση και τους αγκαλιάζεις με αγάπη. Οι φίλοι του είναι και δικοί σου. Μια εικόνα μένει χαραγμένη σαν τελευταία ανάμνηση και συντροφεύει τις σκέψεις όλων όσων τον αγάπησαν. Εκείνος, καβάλα στη μηχανή του, οδηγά ανέμελα και ταξιδεύει από αγκαλιά σε αγκαλιά με το χαρακτηριστικό χαμόγελό του. Εκεί που νομίζεις ότι τα έζησες όλα, εκεί που νόμιζες ότι το μαχαίρι δε θα μπει πιο βαθιά στην καρδιά σου, έρχεσαι αντιμέτωπος με το θρήνο της μάνας και νιώθεις τον πόνο σε όλο του το μεγαλείο.   
 
antiofile03   Τα δυο ταλαιπωρημένα, γέρικα μάτια της είναι πρησμένα από το κλάμα και λένε όσα η γλώσσα δεν έχει κουράγιο να ξεστομίσει. Το βλέμμα άδειο, όπως και το σπίτι που δεν θα ξαναυποδεχτεί το γιο της. Κάθεται σιωπηλή κουνώντας το κεφάλι και προσπαθεί να δεχτεί την αλήθεια, να αποχαιρετήσει το σπλάχνο της. Εσύ την κοιτάζεις συγκινημένος και δεν τολμάς να πλησιάσεις. Αυτή η γυναίκα ήταν και δική σου μάνα κάποτε, τότε που υπήρξατε παιδιά και τρώγατε μαζί με εκείνον, κοιμόσασταν παρέα και κάνατε σκανδαλιές. Τώρα μένεις ανήμπορος και δεν βρίσκεις το κουράγιο να τρέξεις στην αγκαλιά της, να πεις κουράγιο μάνα. Όμως πρέπει. Αναγκάζεσαι να σφίξεις τα δόντια και κοιτάζεις για τελευταία φορά το σπίτι. Έχει φυλακισμένες τόσες αναμνήσεις, τόσες όμορφες εικόνες. Προχωράς αφηρημένος, αφήνοντας το ένστικτο να σε οδηγήσει. Τα βήματά σου γίνονται βαριά, το κορμί καμπουριάζει και όταν στέκεσαι αμήχανα εμπρός της, γονατίζεις ηττημένος. Ξεσπάς σε κλάματα, ξεσπάτε και οι δυο. Η αγκαλιά της είναι ζεστή, φιλική, απαλή, ακριβώς όπως κι εκείνου. Κλείνεσαι μέσα για μερικά λεπτά και προσπαθείς να απαλύνεις τον πόνο της, τον πόνο σου. Κοιτάζεις γύρω σου τον κόσμο που παρακολουθεί αμήχανα και το μαύρο χρώμα, αυτό που κυριαρχεί εκεί μέσα, γίνεται θηλιά στο λαιμό. Δίνεις ένα γλυκό φιλί στη μάνα και απομακρύνεσαι από κοντά της, βγαίνεις έξω στην αυλή, χρειάζεσαι καθαρό αέρα, τον έχεις ανάγκη. Ένα δροσερό αεράκι ξεπλένει από πάνω σου την οσμή θανάτου και ο ήλιος κρύβεται πίσω από τα σύννεφα στενοχωρημένος. Ανάμεσα στο πλήθος βρίσκεις παλιούς γνώριμους, ανθρώπους που έχεις χρόνια να δεις. Με κάποιους υπήρξατε φίλοι, με κάποιους άλλους ''εχθροί'', όμως τώρα δίνετε τα χέρια, αγκαλιάζεστε, τιμώντας τη χαμένη ψυχή. Σε λίγη ώρα όλα σβήνουν και ο κόσμος χάνεται στο βάθος αφήνοντας τη θλίψη να ζωγραφίσει τα συναισθήματά σου. Μένεις παγωμένος και αναρωτιέσαι «Αυτό ήταν, δεν θα τον ξαναδώ»; Σιωπή… Καμιά απάντηση δε λυτρώνει τον πόνο σου. Ακούγεται μόνο το σατανικό χαμόγελο του χάρου που με υπερηφάνεια φωνάζει «Είναι πλέον δικός μου»!
 
antiofile04   Η νύχτα ρίχνει τα πέπλα της και η σκέψη του φίλου που έφυγε άδικα από κοντά σου σε τρελαίνει. Ακόμη δεν μπορείς να το δεχτείς. Πιάνεις το κινητό σφιχτά, θέλεις να του τηλεφωνήσεις να του πεις όλα όσα δεν πρόλαβες. Οι σκέψεις σε παρασύρουν στο κενό και οι τύψεις γίνονται αβάσταχτες. Σε μαστιγώνουν με μίσος, δε δείχνουν έλεος, χτυπάνε και κομματιάζουν κάθε όμορφη ανάμνηση. Μάταια προσπαθείς να τις δαμάσεις, εκείνες έχουν στήσει ένα αποτρόπαιο φαγοπότι και η ψυχή σου είναι το ορεκτικό τους. Τσαλακωμένος, κατακρεουργημένος και γεμάτος ένοχες πιάνεις τη φωτογραφία του, εκείνη που καβαλάει με υπερηφάνεια τη μηχανή του. Είναι η αγαπημένη σου και την κοιτάζεις βουρκωμένος. Η φωνή σου τρεμοπαίζει καθώς μονολογείς. «Συχώρεσέ με αδελφέ μου, συχώρεσέ με που δεν ήμουν εκεί δίπλα σου να σε σταματήσω, να σε σώσω, να σε σφίξω στην αγκαλιά μου. Μισώ τον εαυτό μου που σε άφησα να φύγεις με το παράπονο. Γιατί, γιατί φέρθηκα τόσο εγωιστικά, γιατί ανάθεμά με; Πάντα ήσουν δίπλα μου πιστός φύλακας και προστάτης. Τον τελευταίο καιρό χαθήκαμε λιγάκι, χαθήκαμε γιατί πολλές φορές η ζωή πιέζει και απαιτεί να προσαρμοστούμε στη δική της πραγματικότητα. Εμείς με σθένος αρνηθήκαμε ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε, κτίσαμε ένα δικό μας μαγικό κόσμο και οχυρώσαμε τη φιλία μας. Στο πέρασμα του χρόνου η φθορά μας άγγιξε για τα καλά και τα πρώτα σημάδια κόπωσης αποτυπώθηκαν στο μυστικό ημερολόγιο της φιλίας μας. Η απόσταση ήταν ο μεγάλος εχθρός, η αιτία που δε ζούσα την καθημερινότητά σου, τις συνήθειες, τον τρόπο που διαχειρίστηκες τα προβλήματά σου. Προσπαθούσες γενναία να την πολεμήσεις, αφήνοντας εμένα το δειλό στην ασφάλεια του σπιτιού μου. Πόσο μου λείπεις αδελφέ μου, πόσο λαχταρώ εκείνο το χαμόγελο, εκείνες τις όμορφες κουβέντες που κάναμε αγκαλιασμένοι». Έπειτα προχωράς, με όσο κουράγιο σου έχει απομείνει και κάθεσαι στο πιάνο. Η έμπνευση κουρνιάζει στο μυαλό σου και αναγκάζεσαι να παίξεις για το φιλαράκι σου, για την οικογένειά του, για σένα. Η μελωδία αποτυπώνει όλα όσα δεν μπορείς να εκφράσεις με λόγια. Με δάκρυα στα μάτια συνθέτεις για τελευταία φορά ένα κομμάτι αφιερωμένο σε εκείνον. Ένα ρέκβιεμ, που όμοιό του δεν έχεις ξαναγράψει. Ενορχηστρώνεις προσγειωμένα το έπος σου, βάζεις το βιολί να κλαίει πλάι στο τσέλο και την άρπα να δίνει κοφτές ανάσες στο ταλαιπωρημένο πιάνο. Τα πλήκτρα χτυπάνε με γλύκα και υποδύονται το χαμόγελό του. Πριν πεις αντίο, πριν κλείσεις για πάντα τις σελίδες της ζωής σου, διαλέγεις να μοιραστείς το τελευταίο γράμμα που σου έστειλε εκείνος. Το διαβάζεις με συγκίνηση και του εύχεσαι καλό ταξίδι.  
 
antiofile05
 
John Emmans
 

Άρθρα Μουσικής

Επισκέπτες

0 Μέλη και 93 Επισκέπτες Συνδεδεμένοι