Mindfield

Facebook

Twitter

Η Δίκαση Της Κλασσικής ΙΙΙ

 
01   Ο Μιχάλης Λιμπερόπουλος, επικεφαλής ενός επιτυχημένου περιοδικού στο ιντερνέτ, παρακολουθούσε τις ειδήσεις στην τηλεόραση. Δεν έβλεπε ποτέ το ανούσιο πρόγραμμα που πρόσφερε το χαζοκούτι, εκείνη την ημέρα όμως, μια σημαντική άφιξη  στην πόλη του τον καθήλωσε μπροστά στην οθόνη. «Κυρίες και κύριοι», ακούστηκε η φωνή του ρεπόρτερ, «η πόλη της Θεσσαλονίκης, η συμπρωτεύουσα, έχει την τιμή να υποδεχτεί μια σπουδαία γυναίκα. Την παγκοσμίου φήμης και Ελληνικής καταγωγής, Helen Thomas! Για όσους δεν την γνωρίζουν, να αναφέρουμε ότι πρόκειται για μια μοναδική τραγουδίστρια της jazz και της όπερας, με βελούδινη φωνή και πολλούς πλατινένιους δίσκους. Η κυρία Thomas έχει συνεργαστεί με μεγάλους καλλιτέχνες όπως James Brown, John Corigliano, Jon Jang, Ennio Morricone, Quincy Jones κ.α. Δεν γνωρίζουμε ακόμη τον λόγο της επίσκεψης της και γιατί δεν προσγειώθηκε στην Αθήνα. Προς το παρόν διαμένει σε πανάκριβο ξενοδοχείο της πόλης και είναι αδύνατον να την πλησιάσουν δημοσιογράφοι». Το χτύπημα της  εξώπορτας τάραξε τον άνδρα με τα τατουάζ. Πλησίασε, άνοιξε και έκπληκτος υποδέχτηκε την Βολιώτισσα Νικολέτα Χαρίτου, η οποία δούλευε κι αυτή για το περιοδικό Noose. Η Νικολέτα είναι ξανθιά, μετρίου αναστήματος και της αρέσει να αλλάζει τα μαλλιά της συχνά. Έχει τελειώσει δημοσιογραφία και θεωρείται από τα δυνατά χαρτιά της παρέας. Ο αδάμαστος, ιδιαίτερος χαρακτήρας της, προκαλούσε θυμό στους υπόλοιπους συντάκτες και είχε παρεξηγηθεί σχεδόν με όλα τα παιδιά του περιοδικού. Ο Μιχάλης την υπερασπιζόταν με σθένος… «Αν την γνωρίσεις καλύτερα, θα δεις ότι πρόκειται για σπουδαία κοπέλα» ήταν τα λόγια που είχε βαρεθεί να λέει σε όλους τους οργισμένους συντάκτες. Παρά το αυστηρό ύφος και την τελειομανία, η Νικολέτα ήταν ένα ευαίσθητο πλάσμα, που ένιωθε την ανάγκη να αγαπήσει αλλά και να αγαπηθεί.
 
02
- Επιτέλους άνοιξες! Είπε η γυναίκα και μπήκε νευρικά μέσα. Ο Μιχάλης έξυσε το κεφάλι του…
- Νόμιζα πως είχαμε ραντεβού με τα υπόλοιπα παιδιά στην Καμάρα σε δυο ώρες.
- Ναι έχουμε! Ήθελα όμως να σου τα ψάλω λίγο. Τι διάολο σκεφτόσουν και έστειλες στο Sang Song αυτό τον καραγκιόζη, αυτό το γελοίο παιδάκι που δε διαθέτει  τα στοιχειώδη  προσόντα;
- Καταρχάς δεν είναι καραγκιόζης! Κατάφερε να φέρει νούμερα στο περιοδικό και αυτό που έκανε με το Song ήταν θεϊκό! Μιλάμε ο τύπος θα μας δώσει τρομερές αποκλειστικότητες!  
- Γελοιοποιήθηκε ο κανακάρης σου σε όλο τον κόσμο και το περιοδικό μας μαζί του.
- Αδιαφορώ αν γελοιοποιήθηκε ο τύπος, το περιοδικό τριπλασίασε τις επισκέψεις και με το ρυθμό που πάμε θα γίνουμε πρώτοι στην Ελλάδα. Ετοιμαζόμουν να σου προτείνω να του πάρεις μια συνέντευξη, το κοινό ζητά επίμονα να μάθει ποιος είναι αυτός ο ανόητος Γρηγόρης και τι καπνό φουμάρει. Η γυναίκα χαμογέλασε ύπουλα και δάγκωσε τα χείλη της…
- Θα το κάνω!  Ειλικρινά όμως, πιστεύεις ότι θα τα καταφέρει να κερδίσει το Sang Song;
- Χαχαχα.. όχι βέβαια! Ένα ψώνιο είναι που στάθηκε τυχερό και κέρδισε μια σουπερ ευκαιρία. Νομίζει ότι είναι ο Wolfgang Amadeus Mozart και το παίζει θεός. Ο μόνος λόγος που κάνω το χαζό και τον ανέχομαι, είναι επειδή φέρνει νούμερα.
 
03   Ο Κρατερός είχε φτάσει έξω από το ξενοδοχείο που έμενε η Helen Thomas και ένα περίεργο συναίσθημα, κράμα νοσταλγίας και θυμού, επιτέθηκε στην ψυχή του.
- Θα ήθελα να δω την κυρία Thomas, είπε με ύφος στο ρεσεψιονίστ, σχεδόν σα να τον μάλωνε για κάτι που έκανε λάθος.
- Η κυρία Thomas δε δέχεται επισκέψεις, νεαρέ μου, απάντησε εκείνος ενοχλημένος
- Άκουμ μεγάλε, δεν έχω πολύ υπομονή και σίγουρα δε μου φταίει το φαλακρό κεφαλάκι σου για να ξεσπάσω επάνω του. Κάλεσέ τη και πες ότι τη ζητάω εγώ!
- Και ποιος να πω ότι είστε κύριε; Κύριε! Λέμε τώρα.
- Ο Κρατερός! Ο ρεσεψιονιστ γέλασε ειρωνικά και έγλειψε τα χείλη του που είχαν ξεραθεί.
- Α! πολύ ωραία, όπως λέμε ο Γιάννης ζητά το Δημήτρη. Μισό λεπτό,  είπε και σήκωσε το τηλέφωνο. Έλα Νίκολας, φώναξε τη σεκιούριτι σε παρακαλώ, έχω εδώ πέρα έναν αλήτη που με ενοχλεί. Ο Κρατερός έκανε δυο βήματα πίσω και έδειξε με το δάχτυλο το φαλακρό άντρα
- Δεν τελειώσαμε εμείς οι δυο, φίλε. Γύρισε και έφυγε τρέχοντας μέσα στο σκοτάδι.
 
   Η μυστηριώδης Helen, καθόταν στο μπαλκόνι του δωματίου της και χάζευε τ' αστέρια. Ένα κύμα συγκίνησης βούλιαξε τη σκληρή εικόνα της στα σκοτεινά και άπατα βάθη του ωκεανού. Αυτή η πόλη ήταν η γενέτειρα της, το μέρος που ερωτεύτηκε, αγάπησε για πρώτη φορά. Εκεί είχε γνωρίσει το ονειροπόλο αγόρι που άκουγε με μανία ορχηστρική μουσική, που της έμαθε τη δύναμη της θέλησης, κι εκείνη σε αντάλλαγμα, του έμαθε να δαμάζει τα πλήκτρα. Ο καλός της Γρηγόρης και οι αμέτρητες μουσικές σκανδαλιές που συνέθεσαν παρέα, γαργάλησαν το παρελθόν της. Ποτέ δεν είχαν πει ο ένας στον άλλο ''σε θέλω'', ''σε αγαπώ'', άφηναν την αμηχανία, την ντροπή να κτίζει ένα τοίχος. Ήταν όμορφες αναμνήσεις, μέχρι και λίγο πριν φύγει από τη χώρα, πριν την ανακαλύψει ο γνωστός μουσικός παραγωγός που την έκανε σταρ. Μετά όλα άλλαξαν και η τότε νεαρή κοπέλα, ενηλικιώθηκε απότομα, της απαγορεύτηκε η επικοινωνία με φίλους και συγγενείς και έχασε το Γρηγόρη. Όμως τώρα ήταν εδώ και πάλι, μπορούσε να τρέξει στα μέρη που μεγάλωσε, να αγκαλιάσει τους παλιούς φίλους, να σταθεί κάτω από το λευκό πύργο και να νιώσει όπως τότε. Ένα δάκρυ κύλισε βιαστικά από τα μάτια και χάιδεψε το μάγουλό της. «Ποιον κοροϊδεύω»; ψιθύρισε, «τίποτα απ όλα αυτά δε μπορώ να κάνω. Έχω μια εικόνα να διατηρήσω, ένα λαμπερό σταριλίκι που με ακολουθεί όπου και αν πάω. Οι παπαράτσι παραμονεύουν και αν με δουν κάπου θα εξαπολύσουν μια βίαιη επίθεση που θα τσακίσει την καριέρα μου». Όμως εκείνη είχε έρθει εδώ για να τον δει, να τον μαλώσει, να καταλάβει το λόγο που τον ανάγκασε να κάνει κάτι τόσο χαζό. Το να καλείς σε μονομαχία το Sang Song ήταν σα να έμπαινες σε κλουβί με μια αρκούδα και να περίμενες να τη νικήσεις, να τη ρίξεις κάτω αναίσθητη από τις μπουνιές.
 
   Η Δανάη ήταν ψόφια από την κούραση… Οι δύο τρίωρες πρόβες σε συνδυασμό με το πήγαινε-έλα την είχαν καταβάλει. Είχε σχεδόν μουλιάσει στη μπανιέρα και πάλι δεν την πάλευε… Βγήκε από το μπάνιο και περπάτησε προς το κρεβάτι της σαν γιαγιά ενενήντα και βάλε ετών. Το σκέφτηκε για λίγο, γύρισε προς τον καθρέφτη και έβαλε τα γέλια… μόνη της. «Καλά, έχω μεγάλη πλάκα! Είκοσι πέντε χρονών κοπέλα και κάνω σαν λείψανο. Να με έβλεπε από μια μεριά η Κατερίνα… Μέχρι του χρόνου θα μ’ έβριζε»… Σήκωσε το τηλέφωνο του δωματίου και σχημάτισε τον αριθμό του δωματίου του Κρατερού.
- Ναι!
- Εγώ είμαι!
- Έλα, παιδί μου… είσαι καλά;
- Του πεθαμού! Τα χέρια μου, το κεφάλι μου… έξι ώρες πρόβας σήμερα… μας ξέσκισαν! Πού χάθηκες εσύ; Πήγες στο γραφείο του μαέστρου;
- Σε δύο είμαι σε σένα…
Ο Κρατερός έκλεισε το τηλέφωνο και τράβηξε την πόρτα του δωματίου του. Δεν θα έλεγε τίποτα στη Δανάη για το θέμα του ξενοδοχείου και την κυρία Thomas. Τίποτα μέχρι να ξεκαθαρίσει το θέμα με τον εαυτό του και το Γρηγόρη. Χτύπησε την πόρτα… η κοπέλα από το Καστέλο Ρόσσο άνοιξε με χαμόγελο, φαινόταν όμως από χιλιόμετρα ότι ήταν καταβεβλημένη.
- Άστο, σε αφήνω στην ησυχία σου! Κι αύριο μέρα είναι! Ο Κρατερός της έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο τριχωτό της κεφαλής και έκανε να φύγει. Η Δανάη στράβωνε όποτε της το έκανε αυτό. «Τι είμαι, μωρέ, εγγόνα σου και μου κάνεις τέτοια»; Τον κράτησε από το γιακά. Ο μπατερίστας έκανε μεταβολή και αντίκρισε ξανά την όμορφη τσελίστα. Τα καστανά μάτια πρόσταξαν.
- Έλα κάτσε κοντά μου…
- Έχεις φάει τίποτα; Να σου παραγγείλω; Να σου φτιάξω κάτι εγώ…
- Είμαι εντάξει. Πες μου τώρα… τι έγινε το πρωί;
- Σου είπα, φως μου, κι αύριο μέρα είναι…
- Να χαρείς, μη με πρήζεις! Λέγε!

   Ο Κρατερός έκατσε δίπλα της στο κρεβάτι. Η Δανάη, «θωρακισμένη» στο μπουρνούζι της, έβαλε το κεφάλι της στο στέρνο του και κοίταξε προς την τηλεόραση, η οποία, κλασσικά, έπαιζε χωρίς ήχο. Από το στερεοφωνικό ακουγόταν απαλά κάποιο άλμπουμ με διασκευές, μάλλον Great White ήταν. Το αγόρι από τον Πειραιά άρχισε να μιλάει. «Πήγα στο γραφείο του μαέστρου. Η γραμματέας μόλις είχε έλθει, έτσι μου είπε τουλάχιστον. Ρώτησα αν είναι μέσα και μου ζήτησε να περιμένω δέκα λεπτά. Απάντησα πως δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα… Πλάκα-πλάκα, τα δέκα λεπτά μου φάνηκαν αιώνες… Κάποια στιγμή η γραμματέας μου έκανε νόημα να περάσω μέσα. Ο μαέστρος καθόταν στο γραφείο του και μελετούσε ένα έγγραφο. Δεν ήταν παρτιτούρα… Γι αυτό και μου έκανε εντύπωση… Χαμογέλασε ελαφρά όταν με είδε, ξαναγύρισε αμέσως στο κείμενο»…
- Κάθισε, παιδί μου… Σου προσέφεραν τίποτα;
- Δεν θέλω κάτι, κύριε Στάρβαλε, είμαι εντάξει…
- Πάντα ακατάδεχτος! Τι θα κάνω με σένα…
Ο Κρατερός δεν απάντησε… Έβραζε, ήθελε να τον βρίσει, ήθελε να του πει για τη μανούλα του βαριές κουβέντες αλλά δεν έβγαλε κιχ. Ο μαέστρος, ο περίφημος Μηνάς Στάρβαλος, ίσως ο κορυφαίος μουσικός σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα, σηκώθηκε όρθιος και έκατσε μπροστά από το γραφείο του… Κάρφωσε το «μικρό» στα μάτια.
- Αυτό που έκανες τις προάλλες ήταν μεγάλη βλακεία! Κανένας μουσικός δεν παίζει για την πάρτη του σε ορχήστρα δική μου. Κανένας!
- Δεν παίζω ποτέ για την πάρτη μου! Είμαι ο ορισμός του ομαδικού παίχτη εγώ!
- Τόσο εύκολα θυμώνεις πάντα;
- Ναι, όταν πρόκειται για τύμπανα, ναι!
Ο μαέστρος ξαναγύρισε στην καρέκλα του. «Ξέρεις, παιδί μου… Ο αντικαταστάτης σου με απογοήτευσε… Τεχνικά είναι καλύτερος από σένα, από πάθος όμως… Άσε που μου ήλθε δυο φορές απροβάριστος! Αποφάσισα λοιπόν να σου δώσω άλλη μια ευκαιρία… Δεν το έχω κάνει ποτέ, πλην όμως, στην περίπτωσή σου και μετά την τροπή που πήρε η συνέντευξη με το Sang Song… Θα τα βρούμε, είμαι σίγουρος. Τι λες;
 
04    Η Σόνια παρακολουθούσε μηχανικά τηλεόραση, προσπαθώντας να ξορκίσει τους δαίμονες που κατακρεουργούσαν τα συναισθήματά της.  Το μυαλό της είχε θολώσει και οι σκέψεις έσκιζαν ασταμάτητα τις καλογραμμένες σελίδες του έρωτά της. Ο Γρηγόρης βγήκε από την κρεβατοκάμαρα και έβαλε τα παπούτσια του.
- Θα βγεις; Είπε η γυναίκα, απότομα, κοφτά.
- Ναι! Θέλεις κάτι;
- Αν θέλω κάτι! Όχι, όχι, τίποτα. Άλλωστε ποια είμαι εγώ για να μου πεις πού πας.
- Σε παρακαλώ σταμάτα. Δεν έχω όρεξη για μπούρδες. Πάω μια βόλτα. Όπου να ‘ναι.
- Θα πας να τη βρεις; Τα πύρινα μάτια της Σόνιας έκαιγαν και ο Γρηγόρης ένιωσε τύψεις, ενοχές. Πώς να απαντούσε ναι, πώς να έβρισκε κουράγιο να έλεγε σε τούτη τη γυναίκα μου έλειψε η Helen;
- Δε σε καταλαβαίνω! Νομίζω ότι με μπερδεύεις με κάποιον άλλο, είπε και άνοιξε την πόρτα για ν' αποφύγει τον καυγά. Μπήκε στο οργισμένο Mitsubishi Lancer Evolution του και πάτησε γκάζι. Ναι! Την είχε αυτή την τρέλα με δαύτο το αυτοκίνητο. Πριν το πάρει, ένα δυο χρόνια, πριν γνωρίσει τη Σόνια, ο πατέρας του του έλεγε να πάρει ένα πιο ''νορμάλ'' αυτοκίνητο. Εκείνος όμως ήταν ανήσυχο πνεύμα, έκανε αυτό που ήθελε χωρίς να σκέπτεται τις συνέπειες. Τα διακόσια πενήντα άλογα  ποδοπάτησαν την άσφαλτο και σε μέσα σε λίγα λεπτά βρέθηκε έξω από το ξενοδοχείο εκείνης. Ο ρεσεψιονίστ μιλούσε στο κινητό και ο Γρηγόρης τον αγνόησε, προχώρησε προς το ασανσέρ. Ο φαλακρός άντρας έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο του.
- Θα θέλατε κάτι κύριε;
- Ναι, θα ήθελα να δω την κυρία Helen Thomas.
- Δεν είναι σα να πηγαίνετε βόλτα στο πάρκο, κύριε. Η κυρία Thomas δε δέχεται επισκέψεις.
- Μα την ξέρω, είπε ο Γρηγόρης και χτύπησε το κεφάλι του τσατισμένα μετανιώνοντας γι αυτό που είπε.
- Μισό λεπτό για να καταλάβω. Ένας τύπος σαν εσένα, με t-shirt μπλουζάκι, βερμούδα με τσέπες στο πλάι, αθλητικά παπούτσια και ένα ελεεινό καγκουροάμαξο ξέρεις την κυρία Thomas;
- Ναι! Με ξέρει... Οι δυο άντρες γούρλωσαν τα μάτια και κοίταξαν έκπληκτοι προς τις σκάλες. Η αστραφτερή Helen κατέβαινε με χάρη, φορώντας μια πανάκριβη τουαλέτα. Ο Σαλονικιός σάστισε, έκανε δυο βήματα πίσω και έσφιξε τις γροθιές του. Ήθελε να τρέξει, να την αγκαλιάσει, να μυρίσει και πάλι το άρωμά της, να χαθεί στο μεταξωτό κορμί της. Ο  ρεσεψιονίστ έμεινε για λίγη ώρα με το στόμα ανοικτό και μετά είπε κάτι για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα. «Με συγχωρείτε, κύριε»…
 
05    Οι πρώτες ακτίνες του Ήλιου ζέσταναν νωχελικά τους δρόμους του Πεκίνου. Ο διάσημος πιανίστας Sang Song είχε αποκοιμηθεί πάνω στο πιάνο και ταξίδευε μαζί με το Μορφέα σε μέρη μαγικά. Η τεράστια έπαυλή του είχε πισίνα, σάουνα, γυμναστήριο και ένα μικρό κινηματογράφο για να βλέπει ταινίες, παρέα με τον λατρεμένο του πατέρα. Παρά το υπεροπτικό στυλ του, ο Song ήταν ένας συνεσταλμένος άντρας που υπεραγαπούσε τον πατέρα του. Εκείνος ήταν άλλωστε που τον ώθησε στη μουσική.  Ο καλύτερός του φίλος και μάνατζέρ του, Ji Wang, προχώρησε ήσυχα προς το μέρος του. Έπιασε απαλά το σβέρκο του και τον έτριψε. Οι φήμες είχαν οργιάσει για τους δυο άντρες. Ο Sang Song ήταν σαράντα πέντε ετών και δεν είχε παντρευτεί, δεν είχε γίνει γνωστή κάποια σχέση του με κοπέλα. Οι κακές γλώσσες τους ήθελαν ζευγάρι, καθώς τις περισσότερες φορές εμφανίζονταν μαζί. Ο Song άνοιξε τα μάτια και χάιδεψε το χέρι του Wang, ευχαριστώντας τον. Μια αχόρταγη επιθυμία για καφέ έκανε το σώμα του να παρακαλάει με λυγμούς για μεγάλη ποσότητα καφεΐνης. Μια συνήθεια που είχε κολλήσει όταν πέρασε μεγάλο διάστημα της ζωής του στην  Αμερική.
- Πως είσαι, λατρεμένε; Είπε ο Ji Wang.
- Έβγαζα ένα κομμάτι στο πιάνο και αποκοιμήθηκα. Πώς είναι ο πατέρας; Ούτε που πρόλαβα να τον δω.
- Όλα καλά, κοίτα να ηρεμίσεις και άσε τη δουλειά. Πρώτα η υγεία! Σε χρειάζομαι ζωντανό.
- Θα το τσακίσω το σκουλήκι, τον Έλληνα, είπε ο Song, χτυπώντας με μανία τα πλήκτρα, αναγκάζοντάς τα να τραγουδήσουν παράφωνα.
- Μα καλά… Γιατί το έκανες αυτό, γιατί δέχτηκες αυτή την ανόητη πρόκληση; Αυτό το παιδάκι δεν έχει καμία ελπίδα απέναντί σου. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σχολιάζουν αρνητικά αυτό που έκανες και δοξάζουν τον Έλληνα.
- Ο τρόπος που κινήθηκε, ο τρόπος που έκανε το πιάνο να υποκλιθεί μπροστά του, αυτά με γοητεύσαν. Έχει ταλέντο διάολε και θα μπορούσε να φτάσει τους Sergei Rachmaninov, Vladimir Horowitz, Sviatoslav Richter, αλλά είναι υπερόπτης, ξεροκέφαλος και δεν πρόκειται να πάει μπροστά. Θα του δώσω το καλύτερο μάθημα της ζωής του. Έχω ήδη μιλήσει με το μεγαλύτερο τηλεοπτικό κανάλι της Αγγλίας και πούλησα τα αποκλειστικά δικαιώματα της συναυλίας. Η συμφωνική ορχήστρα του Λονδίνου είναι σίγουρη και μένει να δεχτούν οι  Galaxy Fear.
- Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα πει το ναι η καλύτερη μέταλ μπάντα;
Ο πιανίστας γέλασε, σχεδόν ξεκαρδίστηκε και σηκώθηκε όρθιος. Τεντώθηκε, χασμουρήθηκε και αφού έκανε μερικά βήματα στράφηκε προς το Ji Wang.
- Γιατί ξέρω κάποια πράγματα γι αυτούς, που δε θα ήθελαν να μάθει ο κόσμος!
- Θα τους απειλήσεις;
- Όχι, όχι, δεν θα χρειαστεί. Θα πουν απλά το ναι! Είμαι σίγουρος ότι το έμαθαν κιόλας. Εμπρός πάμε να πιούμε ένα φλιτζάνι καφέ, πρέπει να ξυπνήσω.
 
   Έξι αντρικές φιγούρες βγήκαν από το αεροδρόμιο Μακεδονία. Μπορούσες να διακρίνεις το θυμό στα βλέμματά τους και τη νευρικότητα που είχε κατακτήσει τα σώματά τους. Τα πέντε μέλη του συγκροτήματος Savages May Follow και ο μάνατζέρ τους μπήκαν σε ένα μικρό βαν. Το όχημα προχώρησε και χάθηκε στο βάθος.    
 
06 - Δηλαδή; Δηλαδή είσαι πάλι μέλος της ορχήστρας;
Η Δανάη πήδηξε από το κρεβάτι, η κούραση έμοιαζε να την είχε αφήσει επιτέλους ήσυχη, έπιασε τα μαλλιά της για να δει πόσο είχαν στεγνώσει και άλλαξε δισκάκι στο στερεοφωνικό. Οι πολυαγαπημένοι της Nightwish έπαιζαν τώρα… Το φοβερό και τρομερό “Fantasmic” από το “Wishmaster”. Εκεί που τα πνευστά έπαιρναν το πάνω χέρι ελέω των παύσεων του κομματιού, η τσελίστα από το μικρό νησάκι στην άκρη του ελληνικού χάρτη ένιωσε μια τρομερή ευεξία. Ο Κρατερός χαμογέλασε. «Όπως φαίνεται, ναι! Και μη φοβάσαι, δεν πρόκειται να τα σκατώσω πάλι»…
«Σκάσε»! Στη συνέχεια η κοπέλα χαμογέλασε, τον φίλησε και κατευθύνθηκε προς τη ντουλάπα. «Καλά, εκείνο το έγγραφο που κρατούσε ο μαέστρος τι ήταν τελικά»; Ο ντραμίστας είχε πωρωθεί, άκουγε το κομμάτι και έπαιζε air-bass… «Καλέ; Το έγγραφο; Αγαπάκι, το έγγραφο»;
- Α, ναι… Μου το έδειξε μετά. Ήταν ένα δελτίο τύπου για την κόντρα με τον Κινέζο… Ξέρεις… Μισό λεπτό, μάτια μου…
Στο κινητό του είδε το όνομα του τραγουδιστή του. Πήρε βαθιά ανάσα και απάντησε.
- Έλα, βρέι! Να πω «Καλώς ορίσατε»;
- Και καλώς σας βρήκαμε! Είμαστε στη ρεσεψιόν. Πού συναντιόμαστε;
- Κατεβαίνω σε δύο…
Η Δανάη τον κοίταξε στα μάτια όλο συγκατάβαση. «Είσαι εντάξει»; Ο μικρόσχημος μουσικός αναστέναξε ελαφρά. «Δώσε μου λίγη ώρα να μιλήσω με τα παιδιά για το επίμαχο θέμα. Θα πας βόλτα; Θέλεις να κάνεις ό,τι θέλεις και μετά, όταν ξεμπερδέψω, να σε πάρω τηλέφωνο, να σε γνωρίσω στα παιδιά και να δούμε τι θα κάνουμε; Μπας και πάμε για κάνα φαί, ξέρω γω»; Η κοπέλα χαμογέλασε… «Πάνε κάτω και πάρε με τηλέφωνο όποτε θέλεις. Όλα θα πάνε καλά»…
 
07
 
   Λίγα χιλιόμετρα μακριά από το ξενοδοχείο των παιδιών, σε μια παραλία της Χαλκιδικής, δυο ανθρώπινες φιγούρες ξάπλωναν στην κρύα αμμουδιά. Κοίταζαν τ’ αστέρια και μιλούσαν με πάθος. Η ντίβα της τζαζ και το αγόρι που δάμασε τα πλήκτρα, είχαν έρθει πολύ κοντά. Τα είχαν κουβεντιάσει όλα εκείνη τη μαγική νύχτα ή τουλάχιστον έτσι πίστευε ο Γρηγόρης.
- Δεν ξέρω τι να πω, είπε η Helen και πέταξε μια πέτρα μέσα στη θάλασσα
- Να πεις απλά ένα ευχαριστώ και να μου σφίξεις το χέρι. Δε φοβάμαι το Κινεζάκι που ζει στη χλιδή, ούτε το ταλέντο που έχει στο πιάνο. Θα τον υποδουλώσω!
- Καταλαβαίνω όσα είπες και σ’ ευχαριστώ, αλλά μήπως υπερβάλεις λίγο; Ο Sang Song είναι σπουδαίος μουσικός. Μη τον υποτιμάς. Έμειναν για μερικά λεπτά σιωπηλοί και το αγόρι με το μουσάκι τόλμησε να ρωτήσει.
- Γιατί δεν έγινε ποτέ κάτι μεταξύ μας; Ήταν η διαφορά ηλικίας; Εκείνη αιφνιδιάστηκε, τα έχασε και σοβάρεψε το βλέμμα της.
- Ήταν… θέλω να πω… τι ερώτηση είναι αυτή;
- Απλή! Γιατί δε γίναμε ζευγάρι ποτέ; Πριν φύγεις σου είχα γράψει ένα κομμάτι και του χάρισα στίχους…
- Το “You are my light”! Το θυμάμαι, ήταν ένα πιάνο θέμα με συνοδευτικές κιθάρες, είπε με ενθουσιασμό η Helen και δάκρυσε. Ο Γρηγόρης αγκάλιασε τη γυναίκα και τη φίλησε στο μέτωπο.
- Ήσουν όντος το φως μου, Helen! Σου χρωστάω τα πάντα και έχεις μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Για σένα συνέθεσα τη δίκαση της κλασσικής.
- Είσαι τόσο γλυκός, ακούστηκε η φωνή της Helen καθώς έπιανε τρυφερά το μάγουλο του Γρηγόρη. Εκείνος σάστισε για λίγα λεπτά και είδε τα καυτά χείλη της Helen να πλησιάζουν τα δικά του. Στην αρχή μπήκε στον πειρασμό να τα φιλήσει, αλλά ένα αεράκι λογικής χαστούκισε τον ευάλωτο συνθέτη. Έπιασε με τα δάχτυλά του το στόμα της και μίλησε.
- Όχι, σε παρακαλώ, αγαπώ τη γυναίκα μου.
- Ω! Συγγνώμη, εγώ δεν… νιώθω τόσο άσχημα. Η γυναίκα σηκώθηκε και άρχισε να τρέχει προς το αυτοκίνητο. Πίσω της έτρεχε εκείνος, φωνάζοντάς της να σταματήσει. Με ένα απότομο σάλτο την έπιασε από το μπράτσο και την έριξε στην άμμο. Ξάπλωσε επάνω της και ετοιμάστηκε να αφήσει την καρδιά να πνίξει τη λογική. Φιλήθηκαν για λίγα λεπτά. Ήταν τέλεια και ο Γρηγόρης σκέφτηκε ότι αυτό πρέπει να ήταν το καλύτερο γαλλικό φιλί που είχε ανταλλάξει με κοπέλα. Τα αίματα είχαν ανάψει και τα χέρια του γλίστρησαν απαλά πάνω στο βελούδινο κορμί της. Τα περιττά ρούχα έντυσαν την παραλία και τα γυμνά κορμιά τους ενώθηκαν κάτω από το φεγγάρι.
 
08   Ο Κρατερός καθόταν σε ένα μπαράκι με τους  Savages May Follow και γελούσαν μέχρι δακρύων. Τους εξιστορούσε τις περιπέτειές του με τη συμφωνική ορχήστρα της πόλης και το μαέστρο. Ξαφνικά ο τραγουδιστής και αρχηγός του γκρουπ διέκοψε κάπως άτσαλα τον Πειραιώτη.
- Λοιπόν, Κρατερέ, τι θα γίνει με το φιλαράκι σου; Σκεφτόμαστε να κινηθούμε νομικά, να του κάνουμε μήνυση.
- Ο Γρηγόρης είναι εντάξει παιδί και έκανε ένα λάθος. Είναι υπερβολή, φίλε, να του κάνεις μήνυση. Ο μαλλιάς τραγουδιστής σήκωσε την ξανθιά μπύρα και ήπιε, σκουπίζοντας τους αφρούς στο τέλος της παχιάς γουλιάς του. Γέλασε κάπως ειρωνικά και στράφηκε με πιο αυστηρό ύφος στο γαλανομάτικο αγόρι.
- Χρησιμοποίησε το όνομα των Savages May Follow χωρίς τη συγκατάθεσή μας, κανόνισε ένα ανόητο τουρνουά ή συναυλία ή δεν ξέρω κι εγώ τι στο διάολο θα είναι, με εμάς απέναντι στους Galaxy Fear. Συνειδητοποιείς πόσο καταστροφική θα ήταν για την καριέρα που πάμε να κτίσουμε μια τόσο απερίσκεπτη κίνηση; Ο Κρατερός χτύπησε τα χέρια του στο τραπέζι εκνευρισμένος.
- Μη μου φωνάζεις εμένα, δεν είμαι εγώ που φοβάμαι να παίξω απέναντι στους Galaxy Fear. Άλλωστε εγώ διαφωνώ με αυτό που λες. Αυτή η συναυλία θα είναι το εισιτήριό μας για να γίνουμε παγκοσμίως γνωστοί. Σκέψου καλά, πόσες μπάντες θα είχαν τα κότσια να τα βάλουν με τους Galaxy Fear;
- Να του πούμε κι ευχαριστώ δηλαδή! Από τότε που έμπλεξες με τους φλώρους της κλασικής, έγινες μαλθακός και μονότονος, Κρατερέ. Κάποτε τα ντραμς λαχταρούσαν να τα χτυπήσεις με μανία. Κοίτα πως κατέληξες, φίλε, σε μια συμφωνική ορχήστρα που παίζει Beethoven, Bach και άλλες σάχλες. Είμαστε μεταλλάδες ρε, ξύπνα! Ανήκεις στους Savages!
- Δεν ανήκω πουθενά! Αν πιστεύεις για εμένα τόσο ανόητα πράγματα, τότε ήρθε η ώρα να σας πω αντίο.
- Μας πουλάς για το σπασικλάκι του πιάνο και για το γκομενάκι με το τσέλο; Ή νομίζεις πως δεν μάθαμε για τα «κατορθώματά σου» εδώ;
Ο Κρατερός προχώρησε προς την πόρτα και στάθηκε για λίγο ακίνητος. Γύρισε προς τα παιδιά…
- Κάποτε σας αποκαλούσα αδέλφια, σας έδινα την ψυχή μου. Αν εννοείς όλα όσα είπες, τότε ναι, σας πουλάω για το σπασικλάκι και τη γκόμενα με το τσέλο. Αυτοί τουλάχιστον με δέχονται γι αυτό που είμαι κι όχι γι αυτό που θα ήθελαν να είμαι.  Ο Πειραιώτης χάθηκε πίσω από την πόρτα γεμάτος πόνο και ο τραγουδιστής ψιθύρισε στους υπόλοιπους «Θα επιστρέψει»…
 
09   Ο Ji Wang έτρωγε μαζί με το Sang Song, όταν χτύπησε το κινητό του. Σηκώθηκε και βγήκε στην αυλή για να μιλήσει. «Έλα…» είπε αυστηρά και συνέχισε «..σου έχω πει να μη με καλείς ενώ είμαι με τον Sang, αν καταλάβει κάτι από αυτά που ετοιμάζω θα γίνει έξω φρενών. Όμως εγώ δεν πρόκειται να ρισκάρω την καριέρα του και να αφήσω το παιδαρέλι να τον διαλύσει. Αν υπάρχει έστω και μια πιθανότητα να κερδίσει αυτός ο Grigoris, τότε εγώ πρέπει να τον βγάλω από τη μέση με κάθε τίμημα. Λοιπόν, λέγε, τι έμαθες για τον Έλληνα»; Ένα ξέφρενο αεράκι μπέρδεψε τα μαλλιά του και τον έκανε να τα χτενίσει με το χέρι. Προχώρησε μερικά βήματα και καθώς άκουγε με προσοχή, κλότσησε ένα κουτάκι αναψυκτικού που βρισκόταν πεταμένο εμπρός του. Ένα χαμόγελο ηδονής ζωγραφίστηκε στα σαρκώδη χείλη του… «Χαλάλι τα ουκ ολίγα χρήματα που ξόδεψα για εσένα. Τα νέα σου είναι υπέροχα και με γεμίζουν χαρά. Ώστε λοιπόν ο κρυπτονίτης, το αδύνατο σημείο του Έλληνα, είναι η γυναίκα του! Θα τον χτυπήσω εκεί που πονάει, άκου προσεκτικά τι θέλω να κάνεις…». Τι σατανικό σχέδιο κατάστρωνε ο ύπουλος Κινέζος, ποια θα ήταν η κατάληξη των Savages May Follow και τι στα κομμάτια σκεφτόταν ο ανόητος Γρηγόρης όταν έκανε έρωτα με την ντίβα της τζαζ; Η δίκαση της κλασικής βούλιαζε αργά στην κινούμενη άμμο καθώς η πραγματική πρόκληση δεν είχε έρθει ακόμη.
 
John Emmans, Stiver Graunne
 

Mindfield

Επισκέπτες

0 Μέλη και 149 Επισκέπτες Συνδεδεμένοι
DMC Firewall is developed by Dean Marshall Consultancy Ltd