Mindfield

Facebook

Twitter

Η Δίκαση Της Κλασσικής 2: Η Πρόκληση

 
01    Αεροδρόμιο «Μακεδονία»! Το αγόρι με τα γαλανά μάτια κρατούσε μια μεγάλη μαύρη βαλίτσα και προχωρούσε προς την έξοδο. Χάζευε αόριστα δεξιά κι αριστερά, όταν, πάνω στην αφηρημάδα του, πάτησε ένα πόδι. Το συνήθιζε αυτό, ήταν για κείνον ένα τελετουργικό, μια ''θεία'' βοήθεια, για να γνωρίζει ανθρώπους που έμπλεκαν περίεργα στη ζωή του. «Ω! με συγχωρείτε...» είπε με ένα ζεστό, φιλικό τόνο στη φωνή του. «Δεν πειράζει» απάντησε η εκτυφλωτική κοπέλα με τα καστανά μαλλιά. Ήταν περίπου ένα και εξήντα οχτώ ύψος, λεπτή, με πλούσιο μπούστο. Στο ένα χέρι κρατούσε μια φούξια βαλίτσα και στο άλλο μια τεραστία θήκη μουσικού οργάνου. Μάλλον τσέλο θα είναι, σκέφτηκε κάπως άγαρμπα ο Κρατερός. Πρότεινε το χέρι και συστήθηκε. «Κρατερός»! «Χμ... ιδιαίτερο όνομα, εχμ, ασυνήθιστο θέλω να πω. Με λένε Δανάη και χάρηκα για την γνωριμία». Το κομψό χαμόγελό της έκανε το αγόρι από τον Πειραιά να νιώσει περίεργα, πρωτόγνωρα… Κατάλαβε επιτέλους τι ήταν αυτός ο έρωτας, που τόσο συχνά του μιλούσαν τα φιλαράκια του. Ένα παιχνιδιάρικο κύμα ανοησίας διαπέρασε το κορμί του και ήταν έτοιμος να τα διαλύσει όλα, να κάνει σα μωρό παιδί, αλλά πάτησε φρένο... «Μείνε ψύχραιμος» είπε, μασώντας τα χείλη του. Η κοπέλα έπαψε να χαμογελά και κοίταξε με απορία τον – αλλόκοτο πλέον – τύπο. «Ορίστε;» είπε, αρχίζοντας να μετανιώνει την ώρα και τη στιγμή... «Ε! Όχι, θέλω να πω»… Ο Κρατερός προσπάθησε να κρατήσει τη φλόγα αναμμένη... «Μιλούσα στον εαυτό μου. Δηλαδή όχι όπως ακριβώς ακούγεται απλά εγώ»… έπρεπε να πει κάτι, να βρει κάτι ενδιαφέρον, να επαναφέρει την τάξη και τότε θυμήθηκε το τσέλο. «Αυτό είναι» σκέφτηκε και άνοιξε το στόμα του γεμάτος χαρά. «Βλέπω μια μεγάλη θήκη. Είσαι μουσικός έτσι; Πάω στοίχημα πως νομίζεις ότι το όργανό σου, είναι το μεγαλύτερο. Ε, λοιπόν κάνεις λάθος!» είπε χασκογελώντας και συνέχισε. «Πού να δεις το δικό μου, είναι πολύ μεγαλύτερο και θα σε γοητεύσει»! Αυτό ήταν! Η κοπέλα κόλλησε με δύναμη την παλάμη της στο μάγουλο του και με δυσκολία έσερνε την «πραμάτεια» της καθώς προχωρούσε προς την έξοδο.
 
02    Τούμπα, γήπεδο του ΠΑΟΚ! Ο Γρηγόρης, το αγόρι με το μουσάκι και το λάμδα το παχύ, περίμενε έξω από τη μπουτίκ του ΠΑΟΚ, κοιτάζοντας το ρολόι του. Είχε ραντεβού με κάποιο Μιχάλη Λιμπερόπουλο, υπεύθυνο ενός επιτυχημένου  περιοδικού στο ιντερνέτ. Θα τον συναντούσε για πρώτη φορά. Η φίλη του η Μάνια έγραφε ήδη για το ''Noose'' και του είχε προτείνει να προσπαθήσει κι αυτός. Μουσική, θέατρο, κινηματογράφος, λογοτεχνία, ήταν τα κύρια θέματα. Παιχνιδάκι για εκείνον.  Είχε πολλά να δώσει στ' αλήθεια, αλλά ο λόγος που θέλησε να μπει στο περιοδικό ήταν άλλος. Προσπαθούσε να τρυπώσει στο χώρο, για να προωθήσει το μουσικό έργο που με λαχταρά έγραψε για εκείνη. Ο Μιχάλης είχε αργήσει και ο ονειροπόλος Γρήγορης έχανε την υπομονή του. Δεν του άρεσε να τον στήνουν, να μην είναι συνεπείς οι άλλοι στα ραντεβού τους. Καθώς τα οργισμένα μάτια του κοίταζαν δεξιά κι αριστερά, το βλέμμα του καρφώθηκε σε μια αφίσα, κολλημένη σε μια κολώνα. Με μεγάλα γράμματα έγραφε ''Συναυλία του μοναδικού Κινέζου πιανίστα Sang Song. Αθήνα 15 και 16 Ιουλίου, Θεσσαλονίκη 18 και 19 Ιουλίου''. Ο Γρηγόρης λάτρευε το Song, τον θεωρούσε θεό του πιάνο, σπουδαίο άνθρωπο και ταλαντούχο. Θα έδινε τα πάντα για να ήταν σε εκείνη τη συναυλία δίπλα στον αγέρωχο καβαλάρη των πλήκτρων. «Είσαι ο Γρηγόρης;» ακούστηκε μια «προσγειωμένη» φωνή, γεμάτη ευγένεια. Εκείνος γύρισε το κεφάλι και κοίταξε. Ήταν ένας ξανθός χαμογελαστός άνδρας, σίγουρα πάνω από τριάντα πέντε χρονών. Φορούσε μια απλή μαύρη φόρμα και ένα T-shirt, από αυτά που απεικονίζουν μέταλ μπάντες. Τα τατουάζ κάλυπταν τα μπράτσα και, όπως μπορούσε να υποθέσει, μεγάλο μέρος του σώματός του. Ένας κρίκος ήταν σφηνωμένος στο αυτί του και ταίριαζε με την υπόλοιπη εικόνα του. «Αυτός είμαι!» είπε με ένα κενό χαμόγελο ο Γρηγόρης και συνέχισε «…δεν χρειάζονται μαντικές ικανότητες για να καταλάβω ότι εσύ είσαι ο Μιχάλης, οπότε πρέπει να πω ότι χάρηκα για την γνωριμία»… Αφού έδωσαν τα χέρια προχώρησαν αμήχανα προς την καφετερία για να μιλήσουν.
 
03    Ηττημένος και απογοητευμένος, ο Πειραιώτης στεκόταν στην έξοδο του αεροδρομίου και κοίταζε τον κόσμο. Ένας δυνατός γδούπος απέσπασε την προσοχή του. Έτρεξε και είδε την κοπέλα που του χάρισε το πιο γλυκό χαστούκι της ζωής του πεσμένη στο έδαφος. Οι βαλίτσες της ήταν πεταμένες λίγα βήματα μακριά. Έσκυψε, τις πήρε και στράφηκε προς το μέρος της. Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δικό της. «Είσαι καλά;» της είπε και σκέφτηκε πώς αυτή τη φορά έπρεπε να επανορθώσει, να ξανακερδίσει το χαμόγελό της. «Νομίζω ναι. Σ' ευχαριστώ!» απάντησε εκείνη, χωρίς να τον κοιτάξει. Ο Κρατερός πήρε τα πάνω του και έβαλε τα δυνατά του. «Ξέρω ότι δεν κάναμε καλή αρχή, αλλά αν με άφηνες να σε κεράσω ένα χυμό ή μια μπύρα θα μπορούσα να σου εξηγήσω μερικά πράγματα»… Η γυναίκα στάθηκε όρθια και τον κοίταξε στα μάτια. «Εσύ! Θα έπρεπε να ντρέπεσαι κάθαρμα! Είσαι χυδαίος»! Τα φρύδια του πήραν κλίση  προς τα επάνω και μια γούτσου γούτσου φατσούλα εμφανίστηκε με χάρη. Άνοιξε το στόμα του και μια απαλή φωνή χόρεψε ρυθμικά ένα ερωτικό βαλς… «Με παρεξήγησες. Είμαι κι εγώ μουσικός κι όταν σου είπα για το όργανό μου εννοούσα αυτό που παίζω. Διάολε, δεν είμαι παιδαρέλι, ούτε κανένας ανώμαλος. Ντραμς! Αυτό είναι το όργανό μου κι αν το στήσω είναι πολύ μεγαλύτερο από το δικό σου. Απλά σάστισα και ίσως να έκανα λάθος διατύπωση. Θα μου δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία; Αν μαντέψω σωστά μερικά πράγματα για εσένα θα πάμε για εκείνο το χυμό, αλλιώς θα φύγω και δε θα σε ενοχλήσω ξανά. Τι λες»; Η Δανάη ένιωσε όμορφα, κολακεύτηκε και κατάλαβε πως αυτός ο τύπος ήταν μάλλον καλό παιδί. Θα του έδινε την ευκαιρία, σίγουρα θα το έκανε, αλλά ήθελε να παίξει το παιχνιδάκι. Πήρε ένα παγερό ύφος, για να μη του δώσει αέρα και απάντησε «Λοιπόν, ντράμερ, θα γίνει το εξής. Κάθε φορά που λες κάτι άκυρο θα κάνω ένα βήμα μακριά σου. Όταν βρίσκεις την αλήθεια θα κάνω ένα βήμα προς τα εσένα. Αν έρθω πολύ κοντά σου, κέρδισες και θα βγούμε μαζί... Ξεκίνα και μη θεωρείς τίποτα ως δεδομένο»…
 
04    Καθισμένοι σε μια «ανδρική» καφετέρια, που περισσότερο θύμιζε καφενείο, ο Μιχάλης και ο Γρηγόρης μιλούσαν ασταμάτητα για μουσική. Είχαν ενθουσιαστεί ο ένας με τον άλλο και αντάλλαζαν γνώσεις για συνθέτες κλασικής μουσικής. Ο Γρηγόρης είχε ξετρελαθεί! Ήταν η πρώτη φορά που γνώριζε έναν από δαύτους τους μεταλλάδες, που ήξερε τόσα πολλά για ιερά τέρατα, όπως Sergei Prokofiev και Sergei Rachmaninoff. Συνήθως, με όσους είχε μιλήσει βλαστημούσε την ώρα και τη στιγμή, όταν άκουγε να του λένε «Τι ακούς; Frederic Chopin, Igor Stravinsky! Τι είναι αυτό»; Ο Μιχάλης ήπιε νωχελικά μια ρουφηξιά χυμό και στράφηκε προς το αγόρι με τα καφετιά μάτια. «Λοιπόν, φίλε, πολύ ωραία! Σε χρειάζομαι, σε θέλω και νομίζω ότι η θεματολογία του ''Noose'' είναι κοντά σου. Ξεκινάς αμέσως με ό,τι νομίζεις ότι θα υποστηρίξεις σωστά». Ο Γρηγόρης έκανε μια γύρα το καλαμάκι (όχι αυτό που τρώγεται, το άλλο πουρ φαν) του καφέ και χαμογέλασε. «Ναι, ΟΚ, απλά θέλω δυο πράγματα. Πρώτον, μπορείς να κρατήσεις το μισθό μου, εγώ θέλω απλά όταν σε χρειαστώ να είσαι εκεί. Να χρησιμοποιήσεις τις σπουδαίες γνωριμίες σου για να προωθήσω κάτι. Όταν έρθει η ώρα θα μάθεις. Δεύτερον, έρχεται ο  Sang Song στη Θεσσαλονίκη. Θέλω να πάω για ανταπόκριση εγώ! Αυτοί είναι οι όροι μου. Είτε τους αποδέχεσαι είτε όχι. Ένα είναι σίγουρο, σε λίγο καιρό θα σου φέρω νούμερα, θα ανεβάσω το περιοδικό σου ψηλά, αρκεί να δεχτείς». Ο Μιχάλης κούνησε νευρικά τα πόδια του. Δεν του άρεσε αυτή η περίεργη, υποτακτική τσαχπινιά και προσπάθησε να σκεφτεί γρήγορα πως πρέπει να κινηθεί. «Δέχομαι με μια γλυκόπικρη αίσθηση τον πρώτο σου όρο. Τον δεύτερο όμως, να με συμπαθάς, αλλά δε μπορώ να τον δεχτώ. Έχουμε ήδη κλείσει με το Δημήτρη να καλύψει τη συναυλία του Sang Song και δε συνηθίζω να κρεμάω τους δικούς μου. Αν νομίζεις ότι είσαι έτοιμος, μπορώ να σε στείλω μαζί του. Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω». Ο Γρηγόρης γέλασε δυνατά και φώναξε τη σερβιτόρα. Έβγαλε ένα χαρτονόμισμα και απευθύνθηκε στον άνδρα με τα τατουάζ. «Κερνάω εγώ, φίλε, χάρηκα πολύ, ήταν πολύ ωραία κουβέντα, αλλά θα πρέπει να σε αφήσω. Δε μπορώ να πάω με άλλον. Σου δίνω μια ευκαιρία κι εσύ την πετάς. Είμαι πιανίστας στη συμφωνική ορχήστρα της πόλης και μπορώ να σε κάνω διάσημο. Μπορώ να κάνω τον Sang Song να με χειροκροτήσει»! Ο Μιχάλης έδιωξε την κοπέλα και έπιασε το ποτήρι με το χυμό. «Και πώς θα το κάνεις αυτό, αν επιτρέπεται; Μιλάμε για έναν από τους καλύτερους πιανίστες του κόσμου»! Ένα ανάλαφρο καλοκαιρινό αεράκι πέρασε διπλά από τους άνδρες. «Με τη δίκαση...» είπε ο Γρηγόρης. «Με τη δίκαση που μπορώ να παίξω στο πιάνο»… Σιωπή για ένα λεπτό και μετά ο μεταλλάς χασκογέλασε. «Θα αστειεύεσαι έτσι; Πώς είναι δυνατόν να κάνεις τα πλήκτρα να χτυπάνε δυο φορές, ενώ εσύ τα χτυπάς μια; Δε στέκει, φίλε»! Ο Γρηγόρης έκανε ένα βήμα προς την εξώπορτα και κοίταξε για στερνή φορά πίσω του. Ο Μιχάλης έβλεπε το πάθος και τη δύναμη του μουσάτου πιανίστα και μια κοφτή, σύντομη απόφαση τον έκανε να φωνάξει «Στάσου! Ο Song είναι δικός σου! Τσάκισέ τον και φέρε την καταραμένη ανταπόκριση»! Ο Γρηγόρης χάθηκε πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Μια σκέψη χαροποίησε τον άνδρα με το χυμό στο χέρι. «Φαίνεται ψωνισμένος, αλλά αν γράφει όπως το πάθος που καίει μέσα του, θα βγάλουμε πολλά από δαύτον»…
 
05 - Καλησπέρα σας! Έχετε κάνει κράτηση, δεσποινίς…
- Γούναρη. Δανάη Γούναρη. Μάλιστα, εδώ το έχω το χαρτάκι…
Ο ρεσεψιονίστας της έριξε μια γρήγορη ματιά. Ίσως να ευχήθηκε να ήταν μια δεκαετία πιο νέος… για μια στιγμή. Το αγέρωχο βλέμμα, το αψεγάδιαστο πρόσωπο και το παράστημά της κέρδιζαν άνετα και δεύτερες και τρίτες ματιές. Η όμορφη κοπέλα από το Καστελόριζο κοίταξε γύρω της και διαπίστωσε πως τύγχανε της οπτικής εκτίμησης ένθεν κακείθεν… Τα λόγια του ανθρώπου πίσω από τον πάγκο την επανέφεραν στο προκείμενο.
- Το δωμάτιο είναι κλεισμένο από τη συμφωνική της πόλης. Είστε από τους μουσικούς που συμμετέχουν; Καλώς ορίσατε, δεσποινίς Γούναρη! Είμαστε πολύ περήφανοι γι αυτό που συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη!
- Σας ευχαριστώ! Και μένα με γεμίζει μεγάλη χαρά που είμαι εδώ!
- Δωμάτιο 2114! Μην ανησυχείτε για τα πράγματά σας. Θα τα κανονίσουμε όλα εμείς…
Μία ώρα αργότερα, το καστανό κορίτσι έβγαινε από το μπάνιο. Άνοιξε την τηλεόραση και έκλεισε τον ήχο. Έβαλε μουσική. Apocalyptica και “Path”, την έκδοση με τη Sandra Nasic. Μέσω του Μέταλ είχε ανακαλύψει και το τσέλο… και της άρεσε πολύ. Το τηλέφωνό της χτύπησε. Απάντησε όλη χαρά! «Κατερινάκι μας! Τι κάνεις, παιδί μου; Ναι, έχω κάνα δίωρο που έφτασα. Γιατί, μωρή, δεν το σήκωνες; Α, ήσουν με το Σταύρο… Καλά, ώρες δεν έχετε εσείς»;
Η Κατερίνα είναι η καλύτερη φίλη της, γεννημένη στον Πειραιά και μεγαλωμένη στην Πάτρα. Γνωρίστηκαν όταν μπήκαν να φοιτήσουν στο Μουσικών Σπουδών και κόλλησαν για τα καλά. Ξανθιά, πρασινομάτα και ατίθαση, είναι στην ουσία το alter ego της Δανάης. Ο μοναδικός άνθρωπος που ήξερε όλα τα μυστικά της… «Ναι, καλά είναι. Τι να σου πω, θα βγω μια βόλτα πιο μετά… Α, όχι, όχι, δεν έχει πολλά-πολλά απόψε, μια βόλτα και ύπνο. Αύριο έχω πρόβα στις εννιά το πρωί. Α, να σου πω… Μου έτυχε κι ένας τύπος στο αεροδρόμιο… Ξέρω γω, καλούλης… Ακόμα στο χαίρω πολύ είμαστε… Ένα καφέ ήπιαμε, γέλασα πολύ, πέρασα καλά… Είναι κι αυτός μουσικός… Θα δούμε»…
 
06   Ο Γρηγόρης διάβασε και ξανά-διάβασε το mail. Ο υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων του Sang Song φαινόταν πολύ σοβαρός και πολύ δεκτικός σε ό,τι είχε εκείνος ζητήσει. Εστίασε στις τελευταίες φράσεις του κειμένου. «Το γεγονός ότι είστε και εσείς μουσικός και μάλιστα καταξιωμένος, ασφαλώς και προσδίδει το κάτι παραπάνω στο αίτημά σας για συνέντευξη με τον κ. Song. Θα έχετε ένα πάσο για είσοδο στο χώρο της συναυλίας, για σας και το συνεργάτη σας, καθώς και είκοσι λεπτά για συνέντευξη με τον καλλιτέχνη, πριν τη συναυλία. Σας στέλνω τα τηλέφωνα της tour manager, προκειμένου να επικοινωνήσετε και να ρυθμίσετε την ώρα συνάντησης. Κοινοποιώ το mail και στη Julia McDoe»… Αυτό ήταν! Διάολε, τόσο εύκολα πια; Το ότι ο Γρηγόρης είχε χτίσει μια κάποια «φήμη» στο χώρο των πιανιστών ήταν κάτι καλό για αυτόν στην πόλη της Θεσσαλονίκης και τα πολιτισμικά, ποτέ όμως δεν περίμενε ότι θα του άνοιγε πόρτες σε τέτοιο επίπεδο. Πήρε αμέσως τηλέφωνο τη μάνατζερ. Μια πολύ γλυκιά και ευγενική φωνή του απάντησε. Μίλησαν για περίπου πέντε λεπτά. Ο Song ήταν στο Μιλάνο, την επομένη έπαιζε στη Ρώμη και μετά «κατηφόριζε» Αθήνα. «Είναι πολύ νωρίς να κανονίσουμε την ώρα, θα εξαρτηθεί από το πότε θα φτάσουμε. Αυτό που μπορώ να σας υποσχεθώ είναι ότι θα έχετε είκοσι λεπτά, ό,τι κι αν συμβεί. Πρόκειται για audio ή video συνέντευξη»; «Video! Φέρνω δικό μου συνεργείο και μάλιστα θα το εκτιμούσα πολύ να γινόταν σε χώρο που θα είναι φροντισμένος». Συνέχισαν να μιλούν και έκλεισαν με αμοιβαίες αβροφρωνήσεις. Πήρε τηλέφωνο το Μιχάλη στο καπάκι. «Τάξε μου, αφεντικό»! Ο Μιχάλης «επέβλεπε» ένα άρθρο εκείνη τη στιγμή και παραλίγο να σπάσει το ποντίκι από την πώρωση. «Δεν μιλάς σοβαρά! Σίγουρα δεν το έχεις ξανακάνει αυτό; Εσύ, παιδί μου, θα μου φας τη θέση»!

   Κλείνοντας το τηλέφωνο, ο Γρηγόρης ένιωθε σαν να είχε συνθέσει εκείνος την Ενάτη Συμφωνία και το θέμα του “Star Wars” μαζί! Η σύζυγός του διέκοψε τις σκέψεις του. «Αγάπη μου, όλα καλά»; Έγνεψε καταφατικά και της έστειλε ένα αέρινο φιλί. «Αγάπη μου; Μήπως να πάρεις κι ένα τηλέφωνο το φιλαράκι σου, που είναι ήδη στην πόλη και ούτε καν έχεις ασχοληθεί μαζί του»; «Όχι, ρε πούστη μου! Ο Κρατερός»!
Πληκτρολόγησε νευρικά τους αριθμούς. Πρώτη κλήση, δεύτερη… «Σήκωσέ το, διάολε»! Πέρασαν δέκα δευτερόλεπτα… «Έλα, βρε Γρηγόρη»…
- Πού είσαι, παιδί μου; Να πω «Καλώς όρισες»;
- Αμέ!
- Άστα τα «Αμέ», βρε άνθρωπε! Δεν έχουμε τέτοια «είδη» εδώ! Πού είσαι; Πότε θα έλθεις από δω; Να έλθουμε να σε πάρουμε;
 
07
 
   Μέγαρο μουσικής Θεσσαλονίκης, ώρα εννέα παρά τέταρτο. Οι μουσικοί προσέρχονται ένας-ένας, για τα διαδικαστικά. «Εγγραφές» σήμερα και όλοι έχουν απορίες. Υποβολή δικαιολογητικών, άνοιγμα καρτελών και λογαριασμών, προγράμματα, οδηγίες… Καλωσόρισμα από τον επικεφαλής της επιτροπής του Μεγάρου και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο. Η Δανάη ασφυκτιά… Θέλει επιτέλους να μπει στην αίθουσα «δοκιμών» και να ξεκινήσει να παίζει. Το «σοβαρό» σκούρο μπλε ταγέρ της, το κατάλευκο πουκάμισο και ο «αυστηρός» κότσος στα μαλλιά της βρίσκονται σε συνεχή αντιδιαστολή με το παιδικό πάθος της να τσακίσει τις χορδές στο τσέλο της. Επιτέλους, μπαίνουν στην αίθουσα. Πιάνει κουβέντα με κάτι άλλες κοπέλες της ορχήστρας. «Τα έμαθες; Είχαμε ήδη ένα θέμα το πρωί εδώ»! Ρώτησε τι είχε συμβεί. Όπως φαίνεται, ο ντραμίστας της ορχήστρας είχε τρυπώσει στην αίθουσα κατά τις οκτώ και κάτι και ξεκίνησε να παίζει… μόνος του! Ο μαέστρος άκουσε το θόρυβο, μπήκε στην αίθουσα, μερικά δεύτερα μετά τα τύμπανα σταμάτησαν και οι φωνές που ξέσπασαν… Πρέπει να ακούστηκαν μέχρι τη Χαλκιδική! Κάποιος από τους πνευστούς πέταξε «Καλά, αυτοί οι ντραμίστες δεν στέκουν συνήθως στα καλά τους, τούτος εδώ όμως φαίνεται πως είναι κατηγορία μόνος του»!
 
   Όλες οι κουβέντες και τα χάχανα και τα παράγωγά τους σταμάτησαν όταν άνοιξαν οι πόρτες και μπήκαν μέσα δυο σεκιουριτάδες και ένας μικροκαμωμένος άνδρας. Μιλούσαν μάλλον φιλικά μεταξύ τους… Οι υπόλοιποι μουσικοί κοιτούσαν αποσβολωμένοι. Τι σκατά… Η Δανάη έκανε μερικά βήματα μπροστά, ήθελε να δει ποιος ήταν εκείνος ο «εγκληματίας»… Ο «ένοχος» φορούσε τζινάκι, αθλητικά παπούτσια μπάσκετ και ένα κεραμιδί μπλουζάκι Blind Guardian. Το αναγνώρισε αμέσως! Imaginations from the other side! O μεγάλος της αδελφός είχε πάει σε εκείνη την περίφημη συναυλία στην Αθήνα, σχεδόν είκοσι χρόνια πριν και είχε φέρει σπίτι το ίδιο ακριβώς μπλουζάκι. Μα ποιος είναι… Ο τύπος με τις μπαγκέτες χαιρέτησε εγκάρδια τους ντουλάπες που προστατεύουν το Μέγαρο και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Γύρισε τα μάτια του προς το μέρος της… «Καλημέρες! Μη μου πεις ότι παίζεις κι εσύ εδώ»! Η Δανάη χαμογέλασε νευρικά! Ο τύπος του αεροδρομίου! Κοίτα να δεις…  

08   Ο Γρηγόρης μπήκε βιαστικά στο σπίτι του και άνοιξε το ψυγείο. Μουρμούρισε νευρικά και στράφηκε προς τη σύζυγο του.
-Τι έγινε Σόνια, το διαλύσαμε το μαγαζί; Εκείνη χαμογέλασε με περίσσια ζεστασιά, πάντα αυτό έκανε, πάντα τόσο γλυκιά ήταν.
- Έχει στο φούρνο το αγαπημένο σου, καλέ μου. Με το μαλακό όμως, πρόσεχε, πήρες μερικά κιλάκια παραπάνω. Τι έγινε σήμερα στην πρόβα; Είπε και έστρωσε το τραπέζι για τον καλό της.
- Ναι, πρώτα το πετάς αυτό για τα κιλάκια και μετά τι έγινε στην πρόβα! Εντάξει, διάολε, πήρα αρκετά κιλά αλλά το παλεύω. Μια ζεστή αγκαλιά, ένα απαλό άγγιγμα, ένα νόστιμο φιλί, έκαναν τον πιανίστα να χαμογελάσει. Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια, έπιασε με τα δυο της χέρια τα μάγουλα του…
- Ξέρεις, παραπονιάρη μου, ότι για εμένα θα είσαι πάντα εκείνο το δροσερό αγόρι που πρωτογνώρισα το 2004. Εκείνο που μου χάρισε τ' αστέρια, τις υπέροχες μελωδίες της καρδιάς του. Είμαι τυχερή στ αλήθεια που σε έχω δίπλα μου, συνθετάρα της ζωής μου. Ο Γρηγόρης ένιωσε τα μάτια του υγρά και ήταν έτοιμος να δακρύσει, αλλά με μια γρήγορη κίνηση έπιασε μια μπύρα από το ψυγείο και προσπάθησε να κρύψει τη συγκίνησή του.
- Σήμερα, που λες, έγινε χαμός στην πρόβα! Πρώτη πρόβα και ο μαέστρος έδιωξε τον Κρατερό από την ορχήστρα! Του είπα του ανόητου να μη κάνει ό,τι του καπνίσει, όπως σε μέταλ λάιβ.
- Καλά, τι έγινε; είπε η Σόνια και έκατσε πλάι του.
- Μεγάλη ιστορία. Θα στα πω αργότερα. Μίλησα με τον μαέστρο και τον παρακάλεσα να ξεχάσει το συμβάν, αλλά είναι ανένδοτος.
- Και ο Κρατερός; Πού είναι τώρα, τι σκοπεύει να κάνει; Θα το γνωρίσω αυτό το τρελό αγόρι καμιά φορά; Ο Γρήγορης πήρε μια μεγάλη μονοκόμματη ρουφηξιά μπύρας και σηκώθηκε βιαστικά από το τραπέζι.
- Ο ανόητος, προσπαθεί να κερδίσει τον ερώτα του τσέλο. Ούτε που συγκινήθηκε με την αποβολή του. Το μόνο που τον νοιάζει είναι εκείνη η κοπέλα, εκείνη η τσελίστα! Πρέπει να είναι μαζί τώρα. Θα τον γνωρίσεις σύντομα, μη σκας. Πάω μέσα να γράψω ένα άρθρο για το ''Noose'', μη με ενοχλήσει κανείς! Καθώς προχωρούσε προς το δωμάτιο, μια φωτογραφία έπεσε από την τσέπη του και καρφώθηκε με δύναμη στα πλακάκια. Η Σόνια έσκυψε και τη μάζεψε. Κοίταξε με απορία, με θλίψη και προσπάθησε να μιλήσει, αλλά την τελευταία στιγμή την έκρυψε κάτω από  την μπλούζα της. Μια όμορφη, ελκυστική κοπέλα πόζαρε με νάζι. Η Σόνια την αναγνώρισε, ήταν σίγουρα εκείνη. Μια σκέψη, μια απορία,  στοίχειωσε την ψυχή της. «Γιατί την κουβαλάει επάνω του ο Γρηγόρης, τι δουλειά είχε στην τσέπη του»;

09   Μερικά χιλιόμετρα μακριά, στην Αρετσού της Καλαμαριάς, ο Κρατερός και η Δανάη, καθισμένοι σε μια καφέ, χασκογελούσαν δυνατά.
- Είδες το πρόσωπό του μαέστρου, όταν έβγαινες από την αίθουσα; Είπε με χάρη η κοπέλα και κοίταξε γύρω της.
- Χαχα! Θεός ο τύπος! Απλά χτυπούσα με πάθος τα ντραμς, ρε φίλε, σιγά το έγκλημα…
- Δε σε πείραξε καθόλου που σε έδιωξαν από την ορχήστρα; Η φωνή της Δανάης έγινε πιο απαλή, πιο ήπια, προσπαθώντας να επουλώσει τα τραύματα του Κρατερού. Εκείνος σήκωσε την μπύρα και κατέβασε μια γουλιά.
- Μπα, εγώ είμαι καθαρόαιμος μεταλλάς. Αυτό ήταν ένα πείραμα για εμένα, μια δοκιμή. Καλή η ορχήστρα, καλή η κλασική, αλλά εγώ είμαι άλλης σχολής. Άλλωστε δεν ξέρω μέχρι που θα τραβούσε αυτή η ιστορία. Έχω μια δουλειά που με περιμένει κάτω και ένα σπουδαίο πατέρα να φροντίσω. Είμαι ελεύθερο πνεύμα εγώ, Δανάη, λατρεύω τον Πειραιά. Εκεί ανήκω. Η Θεσσαλονίκη είναι υπέροχη πόλη αλλά δεν υπάρχει κάτι που να με κρατάει εδώ πάνω. Η γυναίκα σούφρωσε λυπημένα τα χείλη της και κοίταξε το γαλανομάτικο αγόρι.  
- Ναι, καταλαβαίνω, έχεις δίκιο. Τίποτα. Ο ντραμίστας ένιωσε άσχημα, κατάλαβε τη γκάφα του και για δεύτερη φορά πήγε να σώσει το ναυάγιο. Σιωπή..
- Εεε… Βασικά κάτι υπάρχει αλλά ακόμη δεν είμαι σίγουρος. Θέλω να πω ότι… Εχμ, πώς να το πω... Ε, α στο καλό! Ο Κρατερός έπιασε το κεφάλι της Δανάης και το κόλλησε στο δικό του. Φιλήθηκαν για αρκετή ώρα και όταν αποκόπηκε ο ένας από τον άλλο εκείνη μίλησε πρώτη…
- Ουάου! Πίστευα πως δεν θα το έκανες ποτέ. Ήταν πολύ όμορφα.
- Κι εμένα μου άρεσε. Δηλαδή τώρα εμείς, θέλω να πω, εμείς είμαστε…
- Άστο, μην το ζορίζεις…
Έκαναν ένα νεύμα στο σερβιτόρο κι αφού πλήρωσαν κατηφόρισαν στην αμμουδιά, δίπλα στη θάλασσα. Πόσο όμορφα ένιωθαν, πόσο τυχεροί που βρήκαν ο ένας τον άλλο… Πιασμένοι χέρι-χέρι προχωρούσαν εκεί που έσκαγε απαλά το κύμα και μιλούσαν χαμογελώντας.
- Πες μου τα πάντα για εσένα, θέλω να τα μάθω όλα και κυρίως για την μπάντα σας. Εκείνος έκανε μια περίεργη γκριμάτσα και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
- Η μπάντας μας… Λεγόμαστε Savages May Follow και νιώθω πολύ τυχερός που είμαι κομμάτι της. Έξι άνθρωποι, στην ουσία ένας. Περνάμε τέλεια, το κάνουμε γιατί το αγαπάμε και δε μασάμε τίποτα. Έχουμε κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ, το οποίο ξέσκισε σε Ελλάδα και Ευρώπη και πάμε για το δεύτερο. Εκείνη, χωμένη μέσα στην ζεστή αγκαλιά του, άκουγε με προσοχή. Δεν μπόρεσε να αντισταθεί, τον φίλησε ξανά με το ίδιο πάθος.
- Είσαι υπέροχος άνθρωπος, Κρατερέ. Θα ήθελα να είμαι πλάι σου για πάντα. Να ανοίξω τα φτερά μου όπως εσύ, να γίνω ελεύθερη ψυχή και να ταξιδέψω σ' όλο τον κόσμο. Το πρόσωπο του Πειραιώτη έλαμπε από χαρά.
- Μαζί θα ταξιδέψουμε! Αφού πρώτα σου μαγειρέψω. Α! Παρέλειψα να το αναφέρω ε; Είμαι εξαιρετικός μάγειρας!

10   Η προηγούμενη της συναυλίας του Sang Song στη Θεσσαλονίκη φάνταζε ατελείωτη στο Γρηγόρη. Από το πρωί ήταν ανήσυχος, μιλούσε υπερβολικά γρήγορα στον καθένα και φαινόταν συνέχεια αφηρημένος. Τι κι αν είχε βγάλει τις ερωτήσεις μέρες πριν, τι και αν είχε κανονίσει τα πάντα, από το συνεργείο για τη μαγνητοσκόπηση μέχρι το τι θα φορούσε… Μέσα του αισθανόταν σαν οκτάχρονο που θα έμπαινε στη Disneyland… Για πρώτη φορά στη ζωή του! Η Σόνια τον ρωτούσε για τη συναυλία στην Αθήνα. «Θα πάει ο Πάνος της… αυτής της Κρητικιάς! Πώς την είπαμε»; Η σύζυγος σταμάτησε τις δουλειές της για λίγο. Κοίταξε από το παράθυρο και την έπιασαν κάτι γέλια… Ο Γρηγόρης διάβαζε ένα άρθρο για το Song στο διαδίκτυο. «Γιατί γελάς, αγάπη μου; Πώς τη λένε ρώτησα, όχι αν έχεις καταπιεί γορίλα τώρα τελευταία»… Η Σόνια διπλώθηκε. Για το Γρηγόρη ήταν πάντα εύκολο κοινό, άλλωστε ο άνδρας της διαθέτει πραγματικά καλό χιούμορ, ακόμα κι όταν πήζει… «Ιωάννα τη λένε και ήταν συμφοιτήτριά σου τόσα χρόνια στο πανεπιστήμιο, πανίβλακα! Θα τα σκίσω τα πτυχία μου! Ένα-ένα»!

   Ο Γρηγόρης χαμογέλασε… Κοίταξε το ρολόι του και μετά πάλι στην οθόνη. Χωρίς να πάρει τα μάτια του από κει ρώτησε ξανά. «Μήπως άργησαν λιγάκι τα πιτσουνάκια μου; Να ξαναπάρω τηλέφωνο»; «Άστους, παιδί μου!» αποκρίθηκε η συμβία του και άραξε στον καναπέ. «Ας αργήσουν και λίγο! Ούτε τρεις μέρες δεν είναι που έχουν ξεμυαλιστεί, άστους»! Ο Κρατερός θα ερχόταν επιτέλους για φαγητό, μαζί με τη Δανάη φυσικά και τους περίμεναν πως και πως! Η Δανάη είχε εκπλήξει πολύ ευχάριστα το Γρηγόρη. Χαμηλών τόνων, υπέρ-προβαρισμένη και άνετη και πάντα με το χαμόγελο. Οι υπόλοιποι στην ορχήστρα την είχαν ήδη λατρέψει, ο μαέστρος έπινε νερό στο όνομά της.

   «Τους βλέπω»! Ο Γρηγόρης σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα. Το κατακόκκινο μπλουζάκι του Κρατερού ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το λιλά της Δανάης, πλην όμως, τα ετερώνυμα… Η Σόνια βγήκε κι αυτή έξω, δίπλα στο σύζυγό της. Ακολούθησαν αγκαλιές, επιφωνήματα, κάτι από συγκίνηση και πολλές-πολλές κουβέντες. Η Δανάη έπαθε πλάκα με την εγκαρδιότητα των οικοδεσποτών. Τους ένιωσε αμέσως σαν οικογένεια! Όσο για τον Κρατερό, δεν χόρταινε να αγκαλιάζει το Γρηγόρη και τη Σόνια… Πραγματική και ανιδιοτελής αγάπη!

11   Το μεσημεριανό κύλησε με τον καλύτερο τρόπο. Πέρα από το καλό φαγητό και το κρασί – που έφεραν οι μουσαφίρηδες – πέρα από τα γέλια και τις απίστευτες ιστορίες, η μουσική έπαιξε καταπληκτικά το παιχνιδάκι της και τους έφερε όλους ακόμα πιο κοντά. Η τετράδα «έσπασε» σε δυο πηγαδάκια. Τα κορίτσια κάθονταν στον καναπέ κα απολάμβαναν τον καφέ τους. Κάποια στιγμή η Δανάη γύρισε και κοίταξε τα αγόρια που μιλούσαν μερικά μέτρα πιο μακριά τους. Ο Κρατερός έλεγε κάτι στο Γρηγόρη και, ως συνήθως, χρησιμοποιούσε και τα χέρια του, για να γίνει ακόμα πιο «επίσημος» και πιστευτός… Η Σόνια κοίταξε κι αυτή και μετά σκούντησε το καστανό κορίτσι. «Σου αρέσει πολύ ή μου φαίνεται»; Η Δανάη κοίταξε την καινούργια φιλενάδα της στα μάτια και ήπιε λίγο από τον καφέ της. «Δεν ξέρω πως θα καταλήξουμε μ’ αυτόν εδώ, αλλά νιώθω πολύ καλά μαζί του. Χθες, ενώ μιλούσαμε γενικά, μ’ έπιασε από το χέρι… Μου είπε ‘Δεν είμαι τίποτα ιδιαίτερο. Είμαι απλά εγώ’. Καταλαβαίνεις τώρα»; Οι κοπέλες διέκοψαν καθώς πλησίασαν τα αγόρια… Το σχόλασαν λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Ο Κρατερός και η Δανάη πήραν ταξί για το ξενοδοχείο. «Καλά, δεν είναι περίεργο που ενώ σε έχουν διώξει από την ορχήστρα, σου επιτρέπουν να μένεις ακόμα εδώ»; Ο μικρός τυμπανιστής έβηξε αμήχανα. «Να φανταστείς ότι το ρώτησα από την πρώτη στιγμή. Πήγα στη ρεσεψιόν και μου είπαν ότι δεν έχουν ενημέρωση για κάτι τέτοιο. Να σου πω και το πιο ωραίο; Σήμερα το πρωί με πήρε τηλέφωνο η γραμματέας του μαέστρου. Κάτι με θέλουν για τη Δευτέρα το πρωί. Δεν σου είπα τίποτα, δεν ήθελα να το αναφέρω, μέχρι να μάθω για τι πράγμα πρόκειται, αλλά»…

   Πριν τη Δευτέρα όμως, η Κυριακή. Ο Sang Song έφτασε στη Θεσσαλονίκη το μεσημέρι και η μάνατζερ πήρε τηλέφωνο το Γρηγόρη σχεδόν με το που πάτησαν το πόδι τους στη συμπρωτεύουσα. «Σε πόση ώρα μπορείτε να είστε στο ξενοδοχείο, με το συνεργείο σας»; «Πέντε λεπτά πριν!» ήταν η απίστευτη απάντηση του πιανίστα. Τα είχε όλα κανονισμένα. Ίσως και με το παραπάνω…

12   Τα σχέδια άλλαξαν αστραπιαία και ο Sang Song ζήτησε από τους δημοσιογράφους να παρευρεθούν όλοι μαζί σε μια μεγάλη αίθουσα, πριν τη συναυλία στο Μέγαρο μουσικής, για συνέντευξη τύπου, ακυρώνοντας τις κατ’ ιδίαν «βαρετές» συνεντεύξεις. Ήταν παγκόσμιος αστέρας, μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε και απαιτούσε να τελειώνει με τους ενοχλητικούς δημοσιογράφους. Θα μπορούσαν να είναι όλοι εκεί! Ο Γρηγόρης θύμωσε και είδε το σχέδιό του να καταρρέει. Για μια στιγμή όμως κάτι σκέφτηκε και το χαμόγελο επέστρεψε στο πρόσωπό του. Συνάντησε το συνεργείο και κατευθύνθηκαν βιαστικά προς τη συγκέντρωση. Όλα τα μεγάλα κανάλια είχαν συγκεντρωθεί έξω από το Μέγαρο μουσικής και όλοι μιλούσαν με ενθουσιασμό. Ο Γρηγόρης μετρούσε τα άτομα που κάθονταν νωχελικά στις καρέκλες τους, περιμένοντας το διάσημο πιανίστα. Πενήντα, εξήντα, ογδόντα, τι διάολο, ούτε στην Αθήνα τόσος κόσμος! Η μάνατζερ βγήκε στη σκηνή και ενημέρωσε. «Ο κύριος Song θα απαντήσει σε όλους. Θα ξεκινήσουμε από τα μεγάλα κανάλια και θα προχωράμε σιγά-σιγά στον επόμενο. Παρακαλώ να μη ξεπερνάτε τις τρεις ερωτήσεις. Στο τέλος θα έχετε τη χαρά να δείτε τον κύριο Song να παίζει πιάνο για εσάς πριν βγει στη σκηνή»! Μετά από λίγα λεπτά ο Κινέζος μπήκε με αέρα σταρ και ένα βαρύ ύφος που δεν άφηνε πολλά περιθώρια για σαχλαμάρες και αστεία. Ήταν σοβαρός και το ρυτιδιασμένο πρόσωπό του έμενε ανέκφραστο, σα να τους έλεγε κατάμουτρα «πλήττω». Οι ερωτήσεις ξεκίνησαν και τα χασμουρητά χόρευαν ένα γαϊτανάκι μιζέριας και βαρεμάρας. Η σειρά του ιντερνετικού περιοδικού ‘’Noose’’ έφτασε και ο Γρήγορης σηκώθηκε. «Κύριε Song, είστε ένας σπουδαίος πιανίστας, με εμπειρία στο χώρο. Έχετε πουλήσει πολλά άλμπουμ και όλες οι συναυλίες σας γίνονται sold out, ωστόσο αναρωτιέμαι αν ένας τόσο μεγάλος μουσικός, που κάνει τα πλήκτρα να τον υπακούνε, μπορεί να παίξει δίκαση στο πιάνο»; Οι δημοσιογράφοι γύρισαν με περιέργεια και κοίταξαν το μουσάτο αγόρι. Ο διερμηνέας μετέφρασε και ο Song σηκώθηκε όρθιος. Μίλησε αγγλικά και απάντησε ενοχλημένος. «Τι είναι η δίκαση του πιάνο και ποιος είσαι εσύ που μιλάς σαν να με αψηφάς; ΕΜΕΝΑ»; Ο Γρηγόρης γέλασε ειρωνικά και με τα σπασμένα αγγλικά του έστρεψε το όπλο στον Κινέζο. « Ίσως θα μπορούσα να σας διδάξω, κύριε  Song, τι είναι η δίκαση της κλασικής. Αν μπορούσατε φυσικά να δεχτείτε μαθήματα από ένα αγράμματο και άσημο παιδαρέλι»… Ο τύπος δίπλα στο Γρηγόρη τον σκούντηξε απότομα και ψιθύρισε «Τι του λες, ρε μαλάκα; Είσαι τρελός»; Η μάνατζερ φώναξε τους σεκιούριτι και ζήτησε να συνοδέψουν τον ταραξία έξω. «Μια στιγμή!» είπε ο πιανίστας. «Έλα επάνω στη σκηνή, νεαρέ, και δείξε μας ποσό καλός είσαι. Σου χρειάζεται ένα γερό μάθημα»! «Τα κατάφερα!», είπε από μέσα του ο Γρηγόρης και έτρεξε δίπλα στον αστέρα της κλασικής.

13   Επάνω στη σκηνή με καμάρι πόζαρε ένα πανάκριβο Γερμανικό πιάνο με ουρά.  Ήταν το καλύτερο της αγοράς και ο Γρηγόρης το αναγνώρισε αμέσως. Η αξία του ξεπερνούσε τις τριάντα χιλιάδες ευρώ. Το άγγιξε απαλά και ένιωσε ένα περίεργο συναίσθημα. Ήθελε να κλάψει από συγκίνηση αλλά κρατήθηκε – μετά βίας. Πάντα ονειρευόταν να παίξει σε ένα τέτοιο πιάνο και εκείνη η μέρα πραγματοποίησε το όνειρο του με το παραπάνω. Τα βλέμματα όλων ήταν στραμμένα πάνω στο Σαλονικιό. Ο  Sang Song πλησίασε και έκανε νόημα στο Γρηγόρη να καθίσει στο πιάνο. Του πέταξε ένα φυλλάδιο με νότες και τον διέταξε. «Παίξε μου αυτό, το ‘24 Preludes’ του Frederic Chopin»… Υπέροχο κομμάτι, μοναδικά λυρικό. Ο Γρηγόρης πάγωσε για μια στιγμή. Δεν ήξερε να διαβάζει νότες, να αντιγράφει τις παρτιτούρες. Στις εισαγωγικές της συμφωνικής της Θεσσαλονίκης είχε «απλά» μάθει τα κομμάτια των εξετάσεων απ’ έξω! Ακούγοντας και εντυπώνοντας στο μυαλό του. Έπαιζε από ένστικτο και μόνο… Ίδρωσε, στραβοκατάπιε και χτύπησε νευρικά τα πλήκτρα από αμηχανία. Ο ήχος ήταν επαγγελματικά κρυστάλλινος αλλά η μελωδία έμοιαζε ερασιτεχνική, τσαπατσούλικη και τα πρώτα γελάκια του κοινού αποσυντόνισαν το νεαρό αγόρι. Έκοψαν τα φτερά του και ένοιωσε να ξεφτιλίζεται. Τα σχεδίαζε αλλιώς και τελικά όλα στράφηκαν εναντίον του. Ο Song έπιασε τον ώμο του Γρηγόρη και του έκανε νεύμα να σηκωθεί. Ήταν η σειρά του να παίξει. Τα χέρια του έτρεχαν όπως μια Ferrari στην εθνική, το πρόσωπό του άλλαζε εκφράσεις ευτυχίας και ήταν σα να έκανε έρωτα με το πιάνο. Μαγεμένοι οι δημοσιογράφοι, χειροκρότησαν με επιφωνήματα δοξασμού. Ο Κινέζος χτύπησε το τελευταίο πλήκτρο και σηκώθηκε από την καρέκλα. Έκανε υπόκλιση στο κοινό και κατευθύνθηκε με αέρα νικητή προς το καμαρίνι του. «Στάσου!» φώναξε το μουσάτο αγόρι. Ένα χλευαστικό σχόλιο από ένα δημοσιογράφο, έκανε την αίθουσα να λυθεί στα γέλια. Ο Γρήγορης δεν έδωσε σημασία, έκατσε στην καρέκλα και πάλι. Έκλεισε τα μάτια και ψιθύρισε «Για σένα»…

foto2   Μια μελωδία μαγική βγήκε από το grande piano, κερδίζοντας τα βλέμματα. Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, συνεχώς τα πλήκτρα επιτάχυναν, χτυπούσαν πιο γρήγορα και για πρώτη φορά το εκπληκτικό ταλέντο του Γρηγόρη άφησε άφωνο το  Sang Song. Κοίταξε με γουρλωμένα μάτια τα χέρια του. Πόσο γρήγορα τα κουνούσε; Χτυπούσε μια φορά το πλήκτρο κι εκείνο έβγαζε διπλό ήχο. Ήταν απίστευτο, ο κερατάς κατάφερε να παίξει δίκαση στο πιάνο. Η μελωδία ήταν δική του σύνθεση και εντυπωσίασε τους πάντες. Οι νότες ήταν σωστές, αλλά ήταν αδύνατον ένα άτομο να παίξει αυτό το θέμα. Χρειαζόταν δυο. Ο «δίδυμος ήχος» ήταν αυτός που σακάτεψε το γόητρο του Κινέζου. Όταν τα πλήκτρα σώπασαν και ακουγόταν η λαχανιασμένη ανάσα του Γρηγόρη, ακούστηκε το διθυραμβικό, εγκωμιαστικό χειροκρότημα, τόσο του κοινού, όσο και του ίδιου του Song. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του λαχανιασμένου αγοριού και στράφηκε στον αντίπαλό του.
- Chopin, ε; Παίξε αυτό, ρε φίλε, να δω τη μαγκιά σου, είπε μιλώντας ελληνικά.
- Ήσουν πολύ καλός στ’ αλήθεια! Απέδειξες ότι τελικά υπάρχει δίκαση στην κλασική. 
- Σε καλώ σε μονομαχία, είπε στ’ αγγλικά, μπορείς να το αντέξεις; Ο Κινέζος κατάλαβε το εριστικό ύφος του Έλληνα και γύρισε την πλάτη, δεν ήθελε να μαλώσει, να δημιουργήσει κλίμα αρνητισμού. Ο Γρηγόρης φώναξε εκνευρισμένος και πάλι στ’ αγγλικά.
- Ώστε λοιπόν αυτός είναι ο μεγάλος Sang Song! Φοβάται ένα ατάλαντο παιδάκι, που δεν ξέρει να διαβάζει νότες; Στοιχηματίζω όλη την περιουσία μου ότι δεν μπορείς να με νικήσεις. Ο κόσμος από κάτω σχολίαζε έκπληκτος και οι κάμερες κατέγραφαν καρέ-καρέ όλη τη σκηνή.

foto   Ο Song έπεσε στην ίδια του την παγίδα. Αν δεχόταν την πρόκληση θα έδινε δύναμη και αναγνωρισιμότητα στο νεαρό. Από την άλλη, οι κάμερες είχαν καταγράψει τα λόγια που αντάλλαξαν, αν αρνιόταν θα τον θεωρούσαν δειλό και η φήμη του θα κλονίζονταν. Θύμωσε, έχασε τον έλεγχο και με ένα σάλτο βρέθηκε ξανά πάνω στη σκηνή και έτρεξε προς το μέρος του Γρηγόρη. Οι άντρες της σεκιούριτι τον συγκράτησαν. «Δαίμονα!» φώναξε στα κινέζικα, «Θ… θα σε διαλύσω»! Χτύπησε τα χέρια που τον συγκρατούσαν και μίλησε στ’ αγγλικά.
-Δέχομαι, Έλληνα. Θα πάρω και την τελευταία δεκάρα από την περιουσία σου και θα γλεντάω βλέποντάς σε να καθαρίζεις ακαθαρσίες για να ζήσεις.
- Πες μου, πού και πότε; Ο Γρηγόρης παρέμεινε ψύχραιμος, σχεδόν ψυχρός, απέναντι στον κατακόκκινο – πια – Ασιάτη.
- Σε έξι μήνες, στην Αγγλία. Θα κάνουμε μια μεγάλη μάχη, μια μεγάλη συναυλία που όμοια της δεν θα έχει ξαναδεί ο κόσμος, είπε ο Song και το μίσος κολυμπούσε στα υγρά μάτια του. Ο Γρηγόρης σκέφτηκε γρήγορα και απάντησε κάτι πραγματικά ελκυστικό
- Γιατί δεν παντρεύουμε κλασική με μέταλ; θα φέρει περισσότερα εισιτήρια, περισσότερη δόξα. Εγώ έχω τους Savages May Follow, ένα Ελληνικό συγκρότημα που τα σπάει! Βρες όποιους θέλεις και γράψε δυο τραγούδια, κράμα μεταλ, κλασική με ορχήστρα. Το ίδιο θα κάνω κι εγώ. Ο Song γέλασε ειρωνικά.
- Τυγχάνει να ξέρω προσωπικά τους Galaxy Fear, την καλύτερη μέταλ μπάντα, με τις υψηλότερες πωλήσεις στον κόσμο, με το πιο δυνατό φαν κλαμπ. Θα φέρω και τη συμφωνική ορχήστρα του Λονδίνου. Θα σε διαλύσω, Έλληνα, εσένα και την αξιολύπητη παρέα σου. Ο εκνευρισμένος κινέζος χάθηκε πίσω από τις μοβ κουρτίνες. Ακύρωσε και τις δύο συναυλίες και πέταξε για την πατρίδα του. Το βίντεο έκανε το γύρο του κόσμου και όλα τα παγκόσμια μέσα μαζικής ενημέρωσης το πουλούσαν σαν πρώτο θέμα. Το αγόρι από τη Θεσσαλονίκη έγινε πασίγνωστο και τα τηλεφωνήματα δημοσιογράφων διαδέχονταν το ένα το άλλο. Στο σπίτι του Γρηγόρη οι φωνές του Κρατερού ξεχύθηκαν στο δρόμο.
-Είσαι τρελός! Δεν είναι δυνατόν! Γιατί έπρεπε να ανακατέψεις εμένα και τους Savages May Follow; Τα παιδιά ήδη με βρίζουν. Ο μάνατζερ είναι έξω φρενών! Καταλαβαίνεις τι έκανες, μεγάλε; Προκάλεσες το μεγαλύτερο πιανίστα, την καλύτερη μέταλ μπάντα και μια από τις κορυφαίες ορχήστρες του κόσμου. Τι στο διάολο σκεφτόσουν;  
- Μη μασάς, ρε κότα, ξέρω τι κάνω, είπε χασκογελώντας ο Γρηγόρης.
- Ρε, θα σε βαρέσω! Μη γελάς καθόλου, δεν είναι αστείο! Έμπλεξες κι εμάς στη δική σου μαλ...
- Ήθελες δημοσιότητα, τον έκοψε ο Γρηγόρης. Στη χαρίζω, οπότε μου χρωστάς, μην τρελαίνεσαι.
- Σσσς, σταματήστε και οι δυο, είπε η Σόνια, κοιτάξτε την τηλεόραση. Τα μάτια γούρλωσαν έκπληκτα και ένα μουγκρητό βγήκε από το στόμα του Κρατερού. Είναι εκείνη, έρχεται στην Ελλάδα! Ποια είναι επιτέλους η μυστηριώδης γυναίκα που την δείχνει η τηλεόραση, Τι διάολο θα γίνει με τους  Savages May Follow και τον πιανίστα; Η δίκαση της κλασικής ετοιμάστηκε για την Αγγλία, το ερώτημα ήταν ποιοι θα την συνόδευαν σε τούτο το δύσκολο ταξίδι…

John Emmans, Stiver Graunne
 
14

Mindfield

Επισκέπτες

0 Μέλη και 141 Επισκέπτες Συνδεδεμένοι
DMC Firewall is developed by Dean Marshall Consultancy Ltd