Άρθρα Μουσικής

Facebook

Twitter

Malevolent Creation

malevolentcreationbanner

malevolent6   Εάν υπάρχει ένα σχήμα, το οποίο δικαιούται να περηφανεύεται πως πέρασε μέσα από χίλια κύματα και απέδειξε πως είναι εφτάψυχο και δεν το βάζει κάτω τόσο εύκολα όπως τόσοι άλλοι φλώροι και δειλοί, τότε αυτό είναι οι Malevolent Creation. Άσχημοι, άξεστοι, άγριοι και επιθετικοί! Οι Malevolent Creation ουδέποτε έβαλαν νερό στο κρασί τους, ουδέποτε έριξαν τις ταχύτητες, ουδέποτε το έπαιξαν ντίβες. Δεν μάσησαν να τα βάλουν με όλους και με όλα. Γύρισαν τις πλάτες τους σε όλες τις μόδες και ειρωνεύτηκαν δημοσίως τους Νορβηγούς κλόουν. Μέλη έρχονται και φεύγουν, αποχωρούν κι επιστρέφουν, κι όμως η ταυτότητα του σχήματος παραμένει αναλοίωτη. Όσο περνάνε τα χρόνια τόσο πιο βίαιοι κι αιμοβόροι γίνονται, τόσο πιο τεχνικοί και στιχουργικά απαίσιοι παρουσιάζονται. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, γράφουνε και μιλάνε για την καθημερινή τους ζωή. Περηφάνια μπορεί μονάχα να νιώθει ο κάθε φανατικός ακροατής τους.

malevolent2   Η παρέα του Phil Fasciana ποτέ δεν απογοήτευσε κι όπως φαίνεται ούτε που πρόκειται. Τα μαλλιά παραμένουν μακριά, τα μπλουζάκια πάντα μαύρα και το headbanging είναι ασταμάτητο. Το αίμα κυλάει συνεχώς και γεμίζει τη σκηνή. Οι Malevolent Creation συνεχίζουν να σπέρνουν τον πανικό και τον τρόμο. Κανείς δεν τολμάει να σταθεί στο δρόμο τους, διότι θα τον πατήσουν και θα τον λιώσουν. Οι μαυροφόροι του "Joe Black" δείχνουν αλώβητοι και ανίκητοι. Το 2007 βρήκε τους Αμερικάνους πιο πεινασμένους και τρελαμένους από ποτέ άλλοτε. Τα «καλά παιδιά» (Bret Hoffmann, Jason Blachowicz) επέστρεψαν, ο Dave Culross τα βρόντηξε όλα στον αέρα και ξανακάθισε στο αγαπημένο του καρεκλάκι πίσω από τα τύμπανα, ενώ ο τρελαμένος Slayer-ας, Jon Rubin, γύρισε φουριόζος για να μας αποτελειώσει με τα δολοφονικά του riffs. Η φυλακή τους αγρίεψε ακόμη περισσότερο, οι δυσκολίες της ζωής και οι αφραγκιές τους τσίτωσαν όσο δεν παίρνει και οι γκόμενες τους συνεχίζουν τα τραβάνε τα μαρτύρια του Χριστού. Αυτοί ήταν πάντα οι Malevolent Creation και δεν αλλάζουν. Eν έτει 2012 συνεχίζουν, στα 40+ τους πλέον όλοι, οργώνουν την Ευρώπη και ετοιμάζονται να μπούνε στο στούντιο να ηχογραφήσουν νέο υλικό.

malevolent11   Όλα ξεκίνησαν το 1987 στο Buffalo της Νέας Υόρκης, όταν και κυκλοφόρησαν το πρώτο τους demo σε 100 περίπου κόπιες. Βασική τους επιρροή ήταν οι Slayer. Επηρεασμένοι από το μουσικό κίνημα, που φαινόταν να δημιουργείται τότε στις νοτιοανατολικές πολιτείες, μετακομίζουν όλοι τους την επόμενη χρονιά στη Florida. Ο Phil Fasciana είχε την τύχη να έχει συγγενείς στο Fort Lauderdale και κατάφερε να τακτοποιήσει με κάποιον τρόπο και τους υπόλοιπους. Εκεί ηχογραφούν και κυκλοφορούν το δεύτερό τους demo σε χίλια αντίτυπα με τη σύνθεση, Bret Hoffmann (φωνητικά), Jon Rubin και Phil Fasciana (κιθάρες), Jason Blachowicz (μπάσο) και Lee Harrison (τύμπανα). Επρόκειτο φυσικά για τον γνωστό Lee Harrison των Monstrosity, ο οποίος αποφάσισε να τους βοηθήσει. Το τρίτο τους demo ηχογραφείται από τον Scott Burns το 1990, με τον Mark Simpson πλέον στα τύμπανα, και είναι αυτό που καταφέρνει να τους προσφέρει ένα δισκογραφικό συμβόλαιο με την Roadrunner Records. Ο δρόμος μόλις έχει ανοίξει για ένα από τα μεγαλύτερα death metal σχήματα όλων των εποχών.

malevolent4   Το „Ten Commandments“ κυκλοφορεί το 1991 με τον Jeff Juszkiewics στην κιθάρα και δεν αργεί να κάνει αίσθηση στον κόσμο. «Το „Malevolent Creation“ ήταν το πρώτο κομμάτι που ηχογραφήσαμε. Ακόμη και σήμερα νιώθω υπερήφανος για τον συγκεκριμένο δίσκο. Οι επιρροές μας από Slayer, Kreator και Destruction είναι σίγουρα εμφανείς, ωστόσο παραμένει μία εξαιρετική death metal δουλειά». Οι Rob Barett και Alex Marquez (κιθάρα και ντραμς αντίστοιχα), από τους ντόπιους Solstice, αντικαθιστούν τους Jeff Juszkiewics και Mark Simpson, και οι Malevolent Creation αποκτούν επιτέλους ένα ισχυρότατο line up. «Και γαμώ τις δουλειές φίλε. Όλα έγιναν με τη βοήθεια του Scott Burns και ήταν τόσο τέλεια. Τα ντραμς ηχογραφήθηκαν μέσα σε 8 ώρες, ενώ τις κιθάρες τις τελειώσαμε το ίδιο βράδυ κατευθείαν. Στο ένα κανάλι έγραψα εγώ και στο άλλο ο Rob. Είμασταν καυτοί και τέλεια προετοιμασμένοι τότε. Την επόμενη ασχοληθήκαμε με τα solos, ενώ και οι ηχογραφήσεις του μπάσου ολοκληρώθηκαν σε χρόνο μηδέν. Μονάχα ο Bret καθυστέρησε λιγάκι, όπως πάντα δηλαδή, αφού θέλει χρόνο για τα φωνητικά του», επισημαίνει ο mastermind Phil Fasciana για τον πιο επιτυχημένο δίσκο τους μέχρι τις μέρες μας, το „Retribution“. Κομμάτια όπως τα „Slaughter Of Innocence“, „Coronation Of Our Domain“ και „Eve Of The Apocalypse“ θα εξελιχθούν τάχιστα σε ορισμένα από τα πιο αγαπημένα του κοινού. Με αργά και προσεκτικά βήματα δημιουργούνε ένα φανατικό πυρήνα οπαδών, ενώ χτίζουν και το προσωπικό τους ύφος με ξεκάθαρους death metal προσανατολισμούς πλέον.

malevolent8   Ο δρόμος προς την κορυφή είναι γεμάτος δυσκολίες και στρωμένος με αγκάθια. Οι Malevolent Creation δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν την εξαίρεση στον κανόνα. Σε παλιότερη συνέντευξή του θυμάται ο κιθαρίστας τους, «είχαμε να αντιμετώπισουμε τόσα πολλά προβλήματα το 1993 και λίγο πριν τις ηχογραφήσεις του „Stillborn“. Δεν μπορείς καν να διανοηθείς πόσο χάλια ήταν τα πράγματα. Ο Jay (aka Jason Blachowicz) δεν είχε παραβρεθεί σε καμία σχεδόν από τις πρόβες μας. Είχε επιλέξει να μην δουλεύει, ζούσε με μια ψυχοπαθή γκόμενα και όφειλε να ακολουθεί τους κανόνες της. Ο Bret; Τι να σου λέω τώρα; Αυτός ήταν ολοκληρωτικά καμένος από τα ναρκωτικά κι έπρεπε να τον παρακαλάμε για να εμφανιστεί μονάχα. Ήξερα ότι είχε έρθει το τέλος και είναι θαύμα, που καταφέραμε να ηχογραφήσουμε οτιδήποτε. Πίστεψέ με. Το υλικό που είχαμε στα χέρια μας δεν ήταν κακό. Κλειστήκαμε στο στούντιο για τέσσερις εβδομάδες και προσπαθήσαμε να κάνουμε το καλύτερο δυνατό». Τα τύμπανα ηχογραφούνται από τον Larry Hawke, ο οποίος έχει εν τω μεταξύ αντικαταστήσει τον Alex Marquez, ενώ και ο αρχικός κιθαρίστας Jon Rubin έχει πάρει τη θέση του Rob Barett, ο οποίος αποχώρησε για να εισχωρήσει στους Cannibal Corpse. Η ηχογράφηση των τυμπάνων δεν είναι σωστή. Σε τρία ολόκληρα τραγούδια υπάρχαν λάθη και οφείλουν όλα να γραφτούν από την αρχή. Ο Larry Hawke, πιστεύοντας πως έχει τελειώσει με τη δική του δουλειά, αποχωρεί, συναντάει δύο τοπικές γκόμενες και στη συνέχεια συλαμβάνεται να οδηγεί έχοντας πάρει ναρκωτικά. Καταλήγει στη φυλακή και το συγκρότημα μένει με δεμένα τα χέρια. «Ο Alex μου είχε πει ότι είχε ξαναρχίσει να εξασκείται. Του στείλαμε τα κομμάτια παιγμένα από τον Larry, τα έμαθε και στο καπάκι ήρθε και έγραψε αυτός τα πάντα. Στο τέλος το παίξιμό του ήταν πιο αργό από αυτό που θέλαμε και απαιτούνταν. Ήταν μια καταστροφή. Ο Alex Marquez προσπάθησε, αλλά η καρδιά του δεν ήταν πλέον εκεί. Παραμένουμε ωστόσο καλοί φίλοι και δεν του κρατάω κακία». Ο δίσκος απογοητεύει περισσότερο τους ίδιους τους Malevolent Creation παρά τους οπαδούς τους, οι οποίοι μέχρι και σήμερα δείχνουν να εκτιμούν το „Stillborn“ και το περισσότερο grind/death ύφος του. Είναι η εποχή κατά την οποία η Roadrunner Records πραγματοποιεί τη γνωστή «gay στροφή» της και οι ήρωές μας μένουν χωρίς στέγη. Άλλη μία εταιρεία, η οποία πηγαίνει καθαρά και μόνο (και πάντα) για το χρήμα και τίποτα άλλο. Άσχετα άτομα σε υψηλές θέσεις αποφασίζουν και επιβάλουν τις απόψεις τους σχετικά με τα ακούσματα ενός μέσου metal ακροατή. Οι Malevolent Creation φτύνουν την παρέα του Monte Conner κατάμουτρα και συνεχίζουν ισχυρότεροι από ποτέ. Κλασσικοί rednecks!

malevolent17   Η πηγή πολλών προβλημάτων (Bret Hoffmann) αποχωρεί για πρώτη φορά, δηλώνοντας «δεν είμαι εγώ ο κακός της όλης υπόθεσης. Λατρεύω το σχήμα και είναι η ζωή μου». Όσον αφορά τα μπλεξίματά του με διάφορους μυστήριους τύπους της νύχτας έχει να πει, «αυτά είναι βλακείες. Δεν έκανα ποτέ κάτι, που θα έβλαπτε τους Malevolent Creation. Είχα και έχω τις περιπέτειές μου. Παίζουμε death metal και δεν είμαστε καμία εκκλησιαστική χορωδία». Ο Jason Blachowicz αναλαμβάνει καθήκοντα τραγουδιστή και επιτέλους βρίσκουν τον ιδανικό ντράμερ στο πρόσωπο του νεαρού Dave Culross (μόλις 18 ετών τότε). Ο πιτσιρικάς βγάζει μάτια στις πρόβες και αναγκάζει τους πάντες να υπερβάλουν απλά εαυτόν κατά τη διάρκεια της σύνθεσης νέων κομματιών. Ο Jon Rubin εμπλέκεται περισσότερο από ποτέ άλλοτε και το αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών ονομάζεται, „Eternal“. Κυκλοφορεί από τη άσημη Pavement Music και αποστομώνει όλους τους επικριτές τους. Τα κομμάτια είναι τα πιο πορωτικά, άρτια και βίαια που έχουν ηχογραφήσει μέχρι τότε. Η παραγωγή είναι χύμα αφού την επιμελήθηκαν οι ίδιοι. Samples από ταινίες („i am going to take as many souls with me to hell as i can”), πιο μέτριες ταχύτητες εν συγκρίσει με το ταχύτατο „Stillborn“, ατελείωτα blast σημεία παρόλ’ αυτά, κι ένας Jay Black να βγάζει τα έντερά του πίσω από το μικρόφωνο. Οι Malevolent Creation ηχογραφούν ύμνους όπως τα „Blood Brothers“ και „Infernal Desire“. Τα λόγια απλά περιττεύουν.

malevolent1   Η εταιρεία τους μπορεί ποτέ να μην καταφέρνει να τους δώσει τα λεφτά να πληρώσουν τα Morrisound Studios, οι ίδιοι ωστόσο παραδίδουν πνεύμα και μεγαλουργούν. Κι αυτή είναι μόνο η αρχή, αφού ακολουθεί το „Joe Black“ EP με το απίστευτο ομώνυμο τραγούδι, το battle drumming του Curloss στο „Self - Important Freak“ και τη φανταστική διασκευή στο „Raining Blood“ των ειδώλων τους, Slayer. Μέχρι σήμερα ανατριχιάζω όποτε ακούω το „Joe Black“ και τις συγκεκριμένες κραυγές. Απλά κορυφαίο! Η δικάση παίρνει φωτιά και το headbanging επιβάλεται. Κρίμα που δεν ήταν λίγοι αυτοί που άφησαν το EP αυτό να περάσει απαρατήρητο. Αυτή όμως είναι η μοίρα των Malevolent Creation. Αυτοί δημιουργούν τις δισκάρες, άλλοι παίρνουν τα credits και άλλοι κερδίζουν τα χρήματα. Ο Dave Culross δεν αντέχει την κατάσταση, να είναι μονίμως χωρίς χρήματα, να χρωστάει παντού και γενικά να βρίσκεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Τα βροντάει και εγκαταλείπει τη Φλόριδα. Ενώ κι ο Jon Rubin αποφασίζει απλά να αποχωρήσει οριστικά από τη μουσική σκηνή και να ακολουθήσει διαφορετική πορεία.

malevolentx3   Οι δρόμοι των Phil Fasciana και Jason Blachowicz σμίγουν με τους John Paul Soars (κιθάρα) και Derek Roddy (τύμπανα). Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως το 1997 ο Derek Roddy είχε έναν κολλητό κιθαρίστα, τον Jason Hagen, ο οποίος εισχώρησε για μικρό χρονικό διάστημα στο σχήμα, πρόβαρε μαζί τους και συνέθεσε ουκ ολίγα τραγούδια. Ο Phil Fasciana θυμάται, «ο τύπος ήταν πραγματικά φανταστικός μουσικός. Δεν έκανε τίποτα στη ζωή του. Κοιμόταν στους καναπέδες μας κι έπαιζε κιθάρα όλη την ημέρα. Το κακό είναι πως για κάποιον λόγο μάλωσε άσχημα με τον Derek Roddy και ο δεύτερος απαίτησε να τον διώξουμε. Παρόλ’ αυτά χρησιμοποιήσαμε πολλά από τα κόμματια, που είχαμε γράψει μαζί, στο „In Cold Blood“».

   malevolentx5Βίαιο, ωμό, θανατηφόρο, απόλυτα γρήγορο και αιμοβόρο. Το „In Cold Blood“ είναι από τα σκληρότερα και δυσκολότερα death metal άλμπουμς όλων των εποχών. Ο όρος βαρύτητα αποκτάει νέο νόημα και οι Malevolent Creation παρουσιάζουν το σκληρότερό τους πρόσωπο. O μπασίστας τους έχει αναλάβει πλέον ηγετικό ρόλο, ενώ και η τελευταία τους ηχογράφηση στα θρυλικά Morrisound Studios με τον Scott Burns είναι τόσο ψυχρή και ωμή, που θυμίζει μηχανές σε εργαστάσια που κόβουν το κρέας με μαθηματική ακρίβεια. Τα χτυπήματα του Derek Roddy στο snare βγάζουν σπίθες από την ταχύτητα. Το παίξιμό του είναι υποδειγματικό και όλοι οι ντράμερς ανά τον κόσμο ανακαλύπτουν στο πρόσωπό του, το νέο μεγάλο όνομα. Η περίοδος είναι ωστόσο δύσκολη για τα death metal συγκροτήματα και η Pavement Music κάθε άλλο παρά είχε τη δύναμη να προσφέρει στους Malevolent Creation αυτά που δικαιούνται και χρειάζονται. Η επερχόμενη ευρωπαϊκή τους περιοδεία είναι καταστροφική, αφού τα βασικά μέλη Phil Fasciana και Jay Black πιάνονται στα χέρια στα παρασκήνια (εξαιτίας ενός t-shirt ρατσιστικού περιεχομένου του δεύτερου) και γίνεται ο χαμός.

malevolentx8   O Jay αποχωρώντας δημιουργεί με τους John Paul Soars και Derek Roddy τους Divine Empire, ενώ ο Phil Fasciana αναγκάζεται να αναδιπλωθεί και να συνεχίσει με τον Rob Barett (ο οποίος τους είχε ήδη ακολουθήσει στη θέση του Soars, εξαιτίας κολλήματος του δεύτερου). H επιστροφή του Bret Hoffmann φαντάζει ως η μοναδική λύση στον ορίζοντα, ενώ το ίδιο γίνεται και με τον Dave Culross, του οποίου οι αποχωρήσεις και επιστροφές είναι απλά αμέτρητες. «Για το μπάσο δεν χρειαζόμασταν κάποιον. Είχαμε αποφασίσει να το ηχογραφήσουμε εγώ κι ο Rob, κι όταν ερχόταν η ώρα να βγούμε στο δρόμο θα βρίσκαμε κάποιον να μας βοηθήσει. Εν τω μεταξύ ο Brett μας άλλαζε σε καθημερινή βάση τα φώτα να δοκιμάσουμε τον Gordon Simms. Κοιμόταν στον καναπέ του σπιτιού του μην κάνοντας τίποτα ολόκληρη την μέρα, πέρα από το να βλέπει ice-hockey στην τηλεόραση. Ήθελε να σιγουρευτεί πως θα εξασφαλίσει απεριόριστο χρόνο χρήσης του γαμημένου καναπέ. Όπως και να έχει, γνωρίζαμε τον Gordon από τοπικά σχήματα και είναι ένας φανταστικός τύπος, υπερβολικά ήσυχος, λιγομίλητος, ευγενικός και επιμελής». Το „The Fine Art Of Murder“ σκάει σαν βόμβα στα καταστήματα λίγο καιρό αργότερα και αποτελεί τη μεγαλύτερη σε διάρκεια δουλειά τους. Οι Malevolent Creation ρισκάρουν και ηχογραφούν μία death metal μπαλάντα, αν μπορεί να επιτραπεί ο όρος. Το „Day Of Lamentation“ αντί να παραξενέψει, ενθουσιάζει κοινό και κριτικούς. Τραγούδια όπως τα „To Die Is At Hand“ ή „Mass Graves“ αποτελούν μέχρι σήμερα αναπόσπαστο μέρος του set τους. Οι επερχόμενες περιοδείες τους σημειώνουν σχετική επιτυχία και προς στιγμήν η γαλήνη επιστρέφει.   

malevolentx1   Κι ενώ όλοι περιμένουν τους Φλοριδιανούς να πραγματοποιήσουν το μεγάλο βήμα και να αγγίξουν με την επόμενη δουλειά τους δημοτικότητα ανάλογη του „Retribution“, αυτοί αναδιπλώνονται και εμφανίζονται να χάνουν έδαφος. Κρίμα! Ο δίσκος, που διαδέχεται το εξαιρετικό „The Fine Art Of Murder“, είναι το φιλόδοξο „Envenomed“. Το line up δεν αλλάζει, οι Malevolent Creation δουλεύουν τη φορά αυτή με παραγωγό (τον Jeremy Staska) και ο ήχος τους καθαρίζει και γίνεται ιδιαίτερα βαρύς. Οι συνθέσεις είναι αξιόλογες, ωστόσο οι ίδιοι δεν ρισκάρουν και προτιμούν το σίγουρο δρόμο. Η πίεση που αντιμετώπιζαν παλιά δεν υπάρχει, κι όμως το συγκρότημα εμφανίζεται ολίγον κουρασμένο και χωρίς πίστη στις δυνάμεις του. «Ο Rob ήταν καθόλη τη διάρκεια των ηχογραφήσεων στο στούντιο, δουλεύοντας όλες τις φωνητικές γραμμές λέξη προς λέξη με τον Bret Hoffmann, για να σιγουρευτεί πως θα γίνει σωστά η δουλειά. Ο Bret δεν είχε καμία όρεξη». Δεν υπάρχει αμφισβήτηση, πως ο Phil Fasciana υπερβάλει από λίγο εώς πολύ στις δηλώσεις του, αφού ο Bret Hoffmann είναι η φωνή των Malevolent Creation και ένας από τους σπουδαιότερους death metal τραγουδιστές. Οι κραυγές του είναι απόλυτα φυσικές και ο άνθρωπος είναι τέρας. Η ζωή του ολόκληρη περιγράφεται μέσα από τους στίχους του. Αυτός γεννήθηκε για να ουρλιάζει και άπαντες βλέπουν στο πρόσωπό του τον απόλυτο frontman των Malevolent Creation. H συμβίωσή του με τους υπόλοιπους δεν είναι δυνατή, «είχαμε τα demos έτοιμα για το „The Will To Kill“, αλλά αυτός δεν ερχόταν στις πρόβες μαζί μας. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να ακολουθήσει τον Gordon και να ενδιαφερθεί. Τίποτα. Βαριόταν που ζούσε».

 malevolent16  Το κιθαριστικό δίδυμο καλεί τον γνώριμό τους από τους Hateplow, Κyle Symons, ο οποίος αναλαμβάνει χρέη τραγουδιστή, ενώ ο Justin Di Pinto είναι ο νέος ντράμερ (ο Tony Laureano είναι αυτός που αντικατέστησε τον Dave Culross στις περισσότερες περιοδείες). Τα μέλη δεν βλέπουν δολάριο τσακιστό από την Pavement Music ύστερα από τόσα χρόνια συνεργασίας. Οι δουλειές που κυκλοφόρησαν μαζί υπήρξαν μνημειώδεις και κατάφεραν να σημειώσουν καλά νούμερα πωλήσεων, λαμβάνοντας υπόψην μάλιστα το μηδενικό promotion και την προβληματική υποστήριξη των στελεχών της εταιρείας. Λογικό είναι όλοι να νιώθουν απογοητευμένοι και κουρασμένοι στο στρατόπεδο των Malevolent Creation. Δεν είναι από τα άτομα, τα οποία το βάζουν κάτω εύκολα και παραδίδονται, δεν είναι όμως ούτε πιτσιρικάδες πλέον και σίγουρα δεν είναι το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο να περιοδεύουν υπό άθλιες συνθήκες, να μην κερδίζουν χρήματα, να δίνουν από την πλευρά τους τα πάντα ηχογραφώντας καλή μουσική και να είναι επί μονίμου βάσεως χωρίς δουλειά. Ο Phil Fasciana και η παρέα του παίζουν το κεφάλι τους κορώνα γράμματα και αποφασίζουν να συνεχίσουν.

malevolentx6   Νέα στέγη βρίσκεται στο πρόσωπο της γερμανικής Nuclear Blast Records, η οποία και κυκλοφορεί τον πιο thrash δίσκο τους μέχρι σήμερα, το „The Will To Kill“. Χωρίς τον γνώριμο Dave Culross στα τύμπανα, χωρίς τον Bret Hoffmann στα φωνητικά, οι Malevolent Creation παρουσιάζουν ένα νέο πρόσωπο. Οι συνθέσεις ακούγονται υπερβολικά επηρεασμένες από τους Slayer και προκαλούν έκπληξη. Αν μη τι άλλο οι Phil Fasciana και Rob Barett δοκιμάζουν να φρεσκάρουν λίγο το ρεπερτόριό τους. Η αποδοχή του Kyle Symons δεν είναι άμεση. Το ίδιο διάστημα δισκογραφεί ο Jay Black με τους Divine Empire και οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες. Οι πρώτες μου σκέψεις ακούγοντας το „The Will To Kill“ το 2002 ήταν μπερδεμένες. Καταλαβαίνω όλους όσους τρελάθηκαν με το CD και το θεώρησαν ένα από τα καλύτερα στην καριέρα του σχήματος. Η παραγωγή βγάζει μάτια, ενώ και το παίξιμο είναι υποδειγματικό. Ωστόσο, ως παλιός και φανατικός φίλος των Malevolent Creation, τολμώ να υποστηρίξω πως το „The Will To Kill“ δεν ήταν αυτό που επιθυμούσα να ακούσω από το αγαπημένο μου σχήμα. Ποτέ μου δεν συμπάθησα τη φωνή του Kyle Symons, με τα πολλά hard core ξεσπάσματα και την ψεύτικη αγριάδα. Για τους Hateplow φαντάζει ιδανικός, όχι όμως και για τους Malevolent Creation. Οι Bret Hoffmann και Jason Blachowicz είχαν θέσει άλλωστε υψηλότατα standards.

malevolent9   Το καλοκαίρι του 2004 σκάει σαν βόμβα το πολεμικό „Warkult“ με τον Dave Culross να επιστρέφει και να αποτελεί το άλφα και το ωμέγα ολόκληρου του δίσκου. Η απόδοσή του βγάζει μάτια, το ίδιο δεν συμβαίνει όμως με τον ήχο, ο οποίος είναι ολίγον μουντός και λασπωμένος. Οι αλεπάλληλες αποχωρήσεις/επιστροφές καθώς και οι διακυμάνσεις στον ήχο από δίσκο σε δίσκο (άλλοτε πεντακάθαρος και βαρύς, άλλοτε θολός και χύμα) αντικατροπτίζουν με τον καλύτερο τρόπο τις δυσκολίες, που αντιμετωπίζουν όλα αυτά τα χρόνια τα συγκεκριμένα άτομα. Βασικά πρόκειται για τύπους, οι οποίοι δεν έχουν μόνιμες δουλειές, αλλά ούτε και άλλου είδους δεσμεύσεις. Ζούνε για να παίζουνε death metal, όμως δεν κερδίζουν αρκετά χρήματα για να επιβιώσουν από τη μουσική τους. Είναι πεισματάρηδες και δεν αλλάζουν μυαλά. Το ύφος τους έχει παραμείνει σε γενικές γραμμές αμετάβλητο όλα αυτά τα χρόνια. Ακολουθεί την επόμενη χρονιά, το 2005, το ζωντανό „Conquering South America“ (ηχογραφημένο στη Βραζιλία) με τον Tony Laureano (τύμπανα) να καλύπτει τα κενά και λίγο αργότερα ανακοινώνεται η επιστροφή του Jay Black. Ο Kyle Symons αδυνατεί να ακολουθήσει τους Malevolent Creation στην προγραμματισμένη τους ευρωπαϊκή περιοδεία τον Φεβρουάριο του 2006 και ο Bret Hoffmann επιστρέφει επίσης με συνοπτικές διαδικασίες. Ο Jay Black, αν και μέλος, δεν επιτρέπεται να εγκαταλείψει τις ΗΠΑ πριν τον Αύγουστο λόγω αναστολής που εκρεμεί.

malevolent14   Οι Malevolent Creation εμφανίζονται στη γηραιά ήπειρο με τους Bret Hoffmann (φωνητικά), Jon Rubin (επέστρεψε στη θέση του Rob Barett, ο οποίος ξαναπήγε στους Cannibal Corpse για να καλύψει το κενό του Jack Owen τη φορά αυτή) και Phil Fasciana (κιθάρες), Μarco Martell (μπάσο) και Dave Kinkade (ντραμς). «Αυτή ήταν η πιο επιτυχημένη μας περιοδεία. Περάσαμε απίστευτα με τους Bolt Thrower, τους Nightrage και τους Necrophagist, ενώ όπου και αν εμφανιστήκαμε ήτανε sold out. Γεμίσαμε τις μπαταρίες μας και τώρα είμαστε έτοιμοι για το δέκατό μας κεφάλαιο».

   malevolent12Η επόμενή τους κυκλοφορία θα φέρει τον τίτλο „Doomsday X“. Όλοι περιμένουν το σχήμα να ηχογραφήσει το δίσκο στις αρχές του καλοκαιριού του 2006, να τον μιξάρει ο Δανός Tue Madsen και στη συνέχεια να κυκλοφορήσει. Η διαδικασία σύνθεσης νέων τραγουδιών διαρκεί λίγο παραπάνω. «Οφείλαμε να καθυστερήσουμε τα πάντα. Πρόκειται ίσως για το πιο σημαντικό δίσκο της καριέρας μας. Ο Tony Laureano είχε προγραμματίσει εμφανίσεις με άλλα σχήματα και αδυνατούσε να ακολουθήσει το δικό μας πρόγραμμα. Επικοινωνήσαμε με τον Dave Culross και είναι μαζί μας. Εγώ, ο Jon Rubin και ο Jay Black έχουμε γράψει ορισμένα από τα πιο καλύτερά μας κομμάτια. Θα τιναχτούν τα μυαλά σας στον αέρα». Οι Malevolent Creation συνηθίζουν να δουλεύουν με riffs. Χτίζουν τραγούδια riff προς riff, ηχογραφούν demos χωρίς τύμπανα και στη συνέχεια μοιράζουν τις κασσέτες σε τραγουδιστή και ντράμερ, οι οποίοι οφείλουν από την πλευρά να ασχοληθούν με τα μέρη τους. «Ο Bret Hoffmann έχει επιστρέψει πιο άρρωστος από ποτέ άλλοτε. Οι στίχοι του είναι ωμοί και αηδιαστικοί. Θα σπείρουμε τον πανικό φέτος». Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει αυτή την κακόβουλη δημιουργία. Οι άνθρωποι τρομοκρατούν τα αυτιά μας εδώ και 20 χρόνια.

 malevolentx7  10 CDs Malevolent Creation, δέκα δίσκοι αγνού metal, γεμάτοι μίσος και πόνο, βγαλμένοι όμως μέσα από την την ίδια μας τη ζωή. Πιο brutal δεν γίνεται, πιο metal δεν υπάρχει. Ο Scott Burns κάποτε είχε πει πως αυτοί οι τύποι αξίζουν να κατακτήσουν ολόκληρο τον κόσμο. Γιατί είναι απλοί και αληθινοί. Γιατί είναι πιστοί και αγνοί. Αυτοί είναι οι Malevolent Creation. Πιο metal απλά δεν γίνεται. Ο Jay Black δηλώνει, «δεν υπάρχουν μυστικά και βλακείες. Μας αρέσει να παίζουμε και αυτό κάνουμε. Κάθε φορά που πατάμε τη σκηνή, νιώθουμε σαν μικρά παιδιά. Αυτό μας δίνει χαρά και δύναμη να συνεχίσουμε. Αφήσαμε τις ζωές μας και μετακομίσαμε όλοι μαζί νότια προκειμένου να επιτύχουμε κάτι. Τόσα χρόνια μετά κανείς μας δεν το έχει μετανιώσει και είμαστε όλοι μα όλοι ακόμη εδώ. Γνωρίζω τον Brett, τον Phil και τον Jon από τότε που είμασταν έφηβοι. Μία ολόκληρη ζωή έχουμε περάσει μαζί – με τις φασαρίες μας, τους χιλιάδες τσακωμούς, τα προβλήματα, αλλά και τις μεγαλύτερες χαρές και συγκινήσεις. Είμαστε μια οικογένεια εν τέλει και η μόνη που έχουμε. Το „Doomsday X“ είναι όλα όσα ονειρευόμασταν να επιτύχουμε».

   malevolent13Της κυκλοφορίας του δίσκου ακολούθησε μίας άκρως επιτυχημένη ευρωπαϊκή περιοδεία με τους Rotting Christ & Incantation, αμερικανική περιοδεία, καθώς και διασκορπισμένες εμφανίσεις για τα επόμενα δύο χρόνια σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό όμως δεν ήταν δυνατόν να κρατήσει τη μπάντα ενωμένη, αφού ο Dave Culross για ακόμη μία φορά κούνησε μαντήλι (ίσως και για τελευταία όμως) και στη θέση του ήρθε - οριστικά μέχρι στιγμής - ο ντράμερ και παραγωγός Gus Rios, ενώ το ίδιο συνέβη και με τον Jon Rubin, για να προσλάβουν τον Gio Geraca να τον αντικαταστήσει και να συνοδεύει τον Phil Fasciana στην κιθάρα. Κάποια στιγμή έφυγε και ο Jason Blachowicz, ανέλαβε το μπάσο ο Marco Martell για τις συναυλίες τους, για να επανέλθει τελικά ο πρώτος. Μύλος!

malevolent15   Το "Invidious Dominion" ηχογραφήθηκε το 2010 και κυκλοφόρησε από την Nuclear Blast Records αποτελώντας την τελευταία τους δισκογραφική πρόταση μέχρι στιγμής ... κι ενώ οι ίδιοι έχουν ανακοινώσει, πως τη φετινή άνοιξη θα κλειστούνε στο στούντιο προκειμένου να ηχογραφήσουν νέο δίσκο. Με τους Malevolent Creation το μόνο σίγουρο είναι, πως το νέο CD θα είναι brutal as hell ... ουδείς γνωρίζει ποιοι θα παίζουν σε αυτό (πέρα από τους Bret Hoffmann, Phil Fasciana & Gus Rios, που θα πρέπει να θεωρούνται σχεδόν βέβαιοι).


Mίλτος Λυμπιτσούνης


Διαβάστε το αφιέρωμα του Noizy στους Divine Empire εδώ.
Διαβάστε το ημερολόγιο δημιουργίας του "Doomsday X" εδώ.

malevolent3

Άρθρα Μουσικής

Επισκέπτες

0 Μέλη και 195 Επισκέπτες Συνδεδεμένοι