Συνεντεύξεις

Facebook

Twitter

Encardia

“Η άγνωστη πέτρα”
συνέντευξη με τον Κώστα Κωσταντάτο

   010512132450 0714Οι Encardia είναι ένα συγκρότημα που ασχολείται με την παραδοσιακή μουσική της Κάτω Ιταλίας και της Μεσογείου γενικότερα. Το ρεπερτόριο τους απαρτίζεται από ταραντέλες, ερωτικά τραγούδια και τραγούδια κοινωνικού περιεχομένου. Στη δισκογραφία έκαναν την εμφάνιση τους το 2004 με το “Agapi mou fidella”, στον οποίο συμμετείχαν και οι Α. Μπακιρτζής, Ν. Πορτοκάλογλου και Eltore Castagna. Οι επόμενες δισκογραφικές τους δουλειές είναι: 2007-Το τραγούδι της Ταραντούλας, 2008-Kalos Irtate και 2010-μηTerra. Οι συμμετοχές πολλών Ελλήνων και ξένων, ως επί το πλείστον, Ιταλών καλλιτεχνών, είναι χαρακτηριστικό όλων των δίσκων τους.

   Στη Θεσσαλονίκη, τελευταία τους συναυλία ήταν στις 15 Μαρτίου 2012, η οποία συνδυάστηκε με την συμμετοχή της ταινίας “Encardia, η άγνωστη πέτρα” του Α. Κοβότσου, στο 14 Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ, στο οποίο συμμετείχαν ως συγκρότημα αλλά και ως γνώστες της παραδοσιακής μουσικής της Κάτω Ιταλίας. Με αφορμή την τελευταία τους συναυλία και την ταινία στην οποία συμμετείχαν, κάναμε μία συζήτηση για το συγκρότημα και την ταινία με έναν από τους ιδρυτές του σχήματος, τον Κώστα Κωσταντάτο. Αγιογράφος στο επάγγελμα, μουσικός από μεράκι. Μουσικές προτιμήσεις, τον καιρό της συζήτησης αυτής, οι Μετά Χατζιδακικοί, η Τούρκικη συμφωνική και ο Stavros Lantsias.

   Είστε ο Κώστας Κωσταντάτος από τους Encardia.
   Χε χε..ναι...

   234455Θέλετε να μας πείτε λίγο για το συγκρότημα; Πώς ξεκίνησε; Πώς σας ήρθε η ιδέα; Τί καταβολές είχατε;
   Λοιπόν...εγώ πήγαινα στην Νότιο Ιταλία από το 1993 με την ιδιότητα του αγιογράφου. Εκεί ήρθα σε πρώτη επαφή με τον πολιτισμό, τη μουσική και τα τραγούδια της περιοχής της Καλαβρίας. Η Καλαβρία, ως γνωστών, έχει κάποια ελληνόφωνα χωριά, είναι μία από τις δύο ζώνες των ελληνόφωνων περιοχών. Η μία είναι η Καλαβρία και η άλλη είναι η Απουλία, ή αλλιώς πεδιάδα του Σαλέντο. Εμείς, ως συγκρότημα, που ξεκινήσαμε τέλη του 2003, αρχές του 2004, επικεντρωθήκαμε κυρίως στη μουσική των Ελλήνων του Σαλέντο. Το Σαλέντο λοιπόν, είναι μία ευρύτερη περιοχή που περιλαμβάνει και αυτή εννέα ελληνόφωνα χωριά, και είναι κοντά στο Brindisi. Οι δύο μεγάλες πόλεις σε εκείνη την περιοχή είναι το Lecce και το Otranto. Είχαμε ένα πρώτο υλικό βέβαια, από τον ελληνικό δίσκο που είχε εκδώσει το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα το 1983. Έτσι νομίζω ήρθαν σε επαφή με τη μουσική αυτή, όλοι όσοι έχουν ακούσει τα ελληνόφωνα τραγούδια της Κάτω Ιταλίας στην Ελλάδα. Τα άκουσαν από αυτό το δίσκο πρώτη φορά. Και από τη Μαρία Φαραντούρη που είχε βγάλει στη δεκαετία του '80 έναν δίσκο με τραγούδια διαμαρτυρίας από όλο τον κόσμο και εκεί μέσα ήταν και το “Άντρα μου πάει” και κάποια άλλα παρόμοια τραγούδια. Αλλά νομίζω το κυριότερο υλικό ήταν αυτός ο δίσκος του Λαογραφικού Πελοποννησιακού Ιδρύματος. (σ.σ.: Αναφέρεται στο δίσκο “PFF LP VI VII Η Ελληνική Μουσική Παράδοση της Κάτω Ιταλίας. Ελληνόφωνοι-Αλβανόφωνοι. Σαλέντο-Καλαβρία-Σικελία (2 LP), 1η έκδ. 1983”). Αυτό ήταν το πρώτο μας υλικό, το οποίο το επεξεργαστήκαμε και φτιάξαμε κάποιες διασκευές, μαζί με ηχογραφήσεις που είχαμε από την περιοχή. Έτσι φτιάξαμε και τον πρώτο μας δίσκο, και πήγαμε το πρώτο μας ταξίδι, “με το δίσκο στο χέρι”. Εκεί ήρθαμε σε επαφή με τους ντόπιους μουσικούς, οι οποίοι στην αρχή μας αντιμετώπισαν με μία σχετική απορία, -πώς βρέθηκαν αυτοί εδώ και ασχολούνται με τα τραγούδια μας;-, αλλά πάρα πολύ σύντομα δημιουργήθηκε μία πάρα πολύ στενή σχέση, με αποτέλεσμα, στον επόμενο δίσκο μας να συμμετέχουν Ιταλοί καλλιτέχνες, όπως είναι ο Ρομπέρτο Λίτσι (Roberto Licci), μία μουσική φυσιογνωμία της περιοχής. Ο Ρομπέρτο Λίτσι είχε ιδρύσει το συγκρότημα Ghetonia, και ήτανε και αυτός μία από τις φωνές που είχαμε ακούσει στο δίσκο που ανέφερα πριν, του Λαογραφικού Πελοποννησιακού Ιδρύματος. Τον συναντήσαμε λοιπόν και του ζητήσαμε να συμμετέχει στο δίσκο μας. Συμμετείχε με δύο τραγούδια, όπως επίσης και ο Τζιοβάνι Αβαντατζιάτο (Giovanni Avantagiato) που είναι σήμερα 88 χρονών, τότε ήταν 83, και συμμετείχε και αυτός. Στη συνέχεια δημιουργήσαμε ένα φεστιβάλ στην Αθήνα τριήμερο. Το φεστιβάλ αυτό έγινε δύο χρονιές, όπου συμπράξαμε στη σκηνή με μουσικούς από εκεί. Αυτοί μας καλούσαν αντίστοιχα σιγά σιγά και σε δικές τους διοργανώσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας πολύ στενός σύνδεσμος, ο οποίος έχει να κάνει περισσότερο με ανθρώπινη επαφή. Δηλαδή, αυτό που μας τροφοδότησε και μας τροφοδοτεί, με τα αμέτρητα, πλέον, ταξίδια που έχουμε κάνει, είναι το ότι συναντάμε ανθρώπους και γλεντάμε μαζί τους, χορεύουμε, πίνουμε πολύ κρασί.

   Ναι. Αυτό φάνηκε και στη συναυλία σας που καταφέρνατε και μεταδίδατε παλμό, το γλεντάγατε και εσείς, κατεβήκατε μετά και παίζατε τα ντέφια.
   Αυτόν τον παλμό προσπαθούμε να κρατήσουμε. Αυτά τα στοιχεία που έχει η συγκεκριμένη παράδοση. Αυτή τη ζωντάνια. Αλλά και να την εμπλουτίσουμε με στοιχεία δικά μας, όσον αφορά την ελληνική προσωπικότητα, το μουσικό προφίλ μας. Να είναι ένας δικός μας ήχος. Με τίποτα να μην είναι η αναπαραγωγή των κομματιών όπως τα κάνουν εκείνοι, αλλά να βγαίνουν μέσα από μία δική μας επεξεργασία. Αυτός είναι ο στόχος, και αυτό φάνηκε και στην ταινία που προβλήθηκε πρώτη φορά στο Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (σ.σ. “Encardia- Η πέτρα που χορεύει”).

   encardiaΗ οποία πραγματεύεται;
   Η ταινία έχει τον τίτλο “Encardia- Η πέτρα που χορεύει” και είναι ένα οδοιπορικό, θα λέγαμε, με κεντρικό άξονα τη γλώσσα των Ελλήνων της Κάτω Ιταλίας που χάνεται, αλλά μέσα από πάρα πολλή ζωντανή μουσική και συναντήσεις, ουσιαστικά, του συγκροτήματος με τους ανθρώπους εκεί. Η κάμερα παρακολουθεί τις συναντήσεις μας και τις επαφές μας με τους ανθρώπους, από την απλή καθημερινότητα, στο χωράφι, στη δουλειά, με τραγούδια, σε γλέντια, σε φεστιβάλ, συνομιλίες με παππούδες αλλά και με νέους. Τριών γενιών μουσικούς προσεγγίζουμε. Και της νέας γενιάς αλλά και τους παλιούς, όπως ο Τζιοβάνι Αβαντατζιάτο που προαναφέρθηκα, 88 χρονών σήμερα. Παρακολουθεί λοιπόν η κάμερα αυτές τις επαφές και παρακολουθεί την εξέλιξη της γλώσσας που λέγεται Grico, και είναι η γλώσσα των ελληνόφωνων που συνδέει αρχαία ελληνική και ιταλική γλώσσα.

   Τα Καλαβρέζικα δηλαδή;
   Όχι. Στην Καλαβρία έχουν άλλου είδους ελληνόφωνη διάλεκτο. Μοιάζει. Αλλά η Καλαβρία είναι πολύ μακρυά από την Απουλία. Η Απουλία είναι η περιοχή με την οποία εμείς ασχολούμαστε. Των ελληνόφωνων του Salento η ελληνόφωνη διάλεκτος, λέγετε Grico.

   Οπότε η γλώσσα στα τραγούδια σας είναι η Grico.
   Όχι μόνο. Έχουμε τώρα πλέον στο ρεπερτόριο μας τη Grico, έχουμε μια τοπική διάλεκτο από εκεί, που λέγετε ρομανική και είναι καθαρή ιταλική διάλεκτος, και υπάρχουν πάρα πολλά τραγούδια και ταραντέλες σε αυτή τη διάλεκτο την οποία χρησιμοποιούμε, έχουμε ιταλικά σύγχρονα, έχουμε μία άλλη διάλεκτο από τη Βόρια Ιταλία, που ακούγεται μερικές φορές, είχαμε ένα τραγούδι στα αρβανίτικα της Κάτω Ιταλίας και φυσικά έχουμε και τραγούδια δικά μας που είναι στη νέα ελληνική γλώσσα, σε μουσική δική μας, μέσα στον ήχο αυτό. Όπως τον “Μπαρμπαρόσα” και τη “Μητέρα” που ήτανε ελληνικά. Αυτά όσον αφορά τη μουσική.
   Σε σχέση με το ντοκιμαντέρ. Αυτό ήταν μια δικιά σας ιδέα για αυτά που ασχολείστε, για τη γλώσσα, για όλα αυτά για την Κάτω Ιταλία που λέγαμε, ή ήταν μια ιδέα κάποιου άλλου, και απλά ήσασταν οι πιο κατάλληλοι για να πραγματοποιηθεί;
   Ήταν μια ιδέα που προέκυψε αυθόρμητα. Και για το ντοκιμαντέρ αυτό, που είναι μια ταινία του Άγγελου Κoβότσου, ουσιαστικά, δεν υπήρχε ξεκάθαρος στόχος. Καταρχήν, εμείς δεν είχαμε σαν στόχο, ούτε να κάνουμε καμιά πολιτιστική γέφυρα, γιατί καμιά φορά μας ρωτάνε οι δημοσιογράφοι, ας πούμε, “έχετε στόχο, στην πρόθεσή σας είναι να διασώσετε τη γλώσσα, την παράδοση της Κάτω Ιταλίας;”. Καμία πρόθεση, κανένας στόχος. Ξεκινήσαμε κάτι, το οποίο βγήκε φυσικά. Κάποια στιγμή βρεθήκαμε με τον παραγωγό, τον Γιώργο Πουλίδη, γιατί ήθελε να μας ζητήσει κάποιες πληροφορίες για ένα ταξίδι που ήθελε να κάνει μία ομάδα ανθρώπων που ασχολούνται με το σινεμά. Κι έτσι, μέσα από την κουβέντα, προέκυψε η ιδέα της ταινίας. Σκεφτόμασταν την δυνατότητα να κάνουμε μια ταινία. Και μετά το είπαμε στον Άγγελο Κοβότσο, που είναι σκηνοθέτης με πολύ έντονη παρουσία στο χώρο και πάρα πολλή πείρα, και ενθουσιάστηκε με την ιδέα. Έτσι ξεκινήσαμε να χτίζουμε αυτό το “project”, ας πούμε, το να πάμε στην Ιταλία και να κάνουμε γυρίσματα για μια ταινία. Δεν ξέραμε τί θα βγει στο τέλος...

   encardia 2012 03 01Δηλαδή πηγαίνατε μέρα με τη μέρα. Δεν υπήρχε κάποιο υποτυπώδες σενάριο, κάτι σαν “πρέπει να κάνουμε αυτό”. Έβγαινε στην πορεία.
   Το σενάριο δημιουργήθηκε μετά. Επειδή είχαμε το υλικό που μαζέψαμε, ένα φοβερό υλικό που ξεπέρασε τις ογδόντα ώρες, αναγκαστικά μετά, βλέποντας το , δημιουργήθηκε και το σενάριο. Το οποίο, βασίζεται σε αυτόν τον άξονα της γλώσσας των Ελλήνων. Πώς ήτανε, πώς είναι η γλώσσα και πώς διασώζεται μέσα από τα τραγούδια. Δηλαδή, ακούγονται πάρα πολλά τραγούδια στην ταινία, υπάρχουν στιγμές πάρα πολύ αυθόρμητες στους δρόμους που τραγουδάγαμε, στις πλατείες, και έτσι, χωρίς να είναι μουσικό ντοκιμαντέρ, έχει πάρα πολλή μουσική. Αλλά είναι όλα μέσα από τη ματιά των Encardia. Οι Encardia συναντούν ανθρώπους, και η κάμερα καταγράφει τις συναντήσεις τους. Και φυσικά, όταν οι Encardia συναντούν ανθρώπους, αυτό σημαίνει συνεπώς και πολλή μουσική. Στους δρόμους, σε πλατείες, σε υπόγεια, σε ταβέρνες, παντού. Αλλά ναι. Η πρόθεση δεν ήταν να γίνει, αλλά έγινε και έγινε με πολύ φυσικό τρόπο, Και αυτό φάνηκε και όταν έγινε η προβολή η επίσημη, που ήρθαν άνθρωποι και μας είπαν ότι όλο αυτό το πράγμα δεν έχει κανένα στήσιμο. Και έτσι είναι, γιατί πραγματικά δεν μας έστησε ο σκηνοθέτης ούτε μια στιγμή. Όλες οι στιγμές είναι τελείως αυθόρμητες, ακόμα και οι χαιρετισμοί. Όταν περιμένουμε κάποιους ανθρώπους και τους χαιρετάμε, αγκαλιαζόμαστε και τα λοιπά. Όλα αυτά είναι τελείως φυσικά. Τίποτα δεν έγινε έχοντας κάποιο σενάριο, κάποια σκέψη.

   Δεν υπήρχαν, δηλαδή, “ξαναγυρίζουμε τη σκηνή” και τέτοια. Ότι γράφτηκε γράφτηκε.
   Τίποτα. Ήταν όλα με φυσικό τρόπο. Κατέγραφε η κάμερα συνέχεια ογδόντα ώρες, και μετά από αυτές τις ογδόντα ώρες, δημιουργήθηκε το σενάριο της ταινίας. Λοιπόν, αυτά όσον αφορά την ταινία. Σχετικά με τη μουσική και το συγκρότημα, έχουμε φτάσει μέχρι τώρα περίπου 400 συναυλίες. Μπορεί και να τις έχουμε ξεπεράσει. Έχουμε χάσει το λογαριασμό. Και μας ενδιαφέρει αυτό το πράγμα. Μας ενδιαφέρει αυτός ο παλμός που έχει αυτή η μουσική και αυτή η δόνηση.
   Encardia σημαίνει;
   Encardia σημαίνει, στο λεξικό το λατινικό, επειδή είναι λατινική λέξη, άγνωστη πέτρα. Αλλά θα μπορούσε να σημαίνει και “στην καρδιά”. Έχει το συνθετικό αυτό “cardia” που παραπέμπει στην καρδιά, στη αρχαία ελληνική λέξη.

   Το “άγνωστη πέτρα”, έχει κάποια πηγή έμπνευσης ή απλά σας άρεσε το λογοπαίγνιο;
   Επειδή έχει αυτή τη μουσικότητα η λέξη, γι'αυτό τη διαλέξαμε. Επειδή το cardia υπάρχει και στα γκρικάνικα, στα grico. Δεν είναι ούτε καρδιά, το λεξικό δεν το ετυμολογεί έτσι, αλλά σίγουρα έχει αρχαία ελληνική καταγωγή σαν λέξη. Και επειδή σημαίνει “η άγνωστη πέτρα” εμείς το διαλέξαμε σαν όνομα και το βλέπουμε και σαν πρόκληση. Ποια είναι αυτή η άγνωστη πέτρα και αν μπορούμε να την γνωρίσουμε. Η δε περιοχή του Σαλέντο έχει πολύ πέτρα, και οι άνθρωποι είναι σαν να είναι καμωμένοι από πέτρα. Είναι σκληροί, με πολύ δύναμη, και στέρεοι, και νομίζω ότι ταίριαξε πάρα πολύ.

   image thumb6Λίγα λόγια, για να αναφέρουμε και τους υπόλοιπους συντελεστές των Encardia;
   Λοιπόν. Ιδρυτικά μέλη ήταν ο Βαγγέλης Παπαγεωργίου, η Αναστασία Δουλφή και εγώ. Εμείς οι τρεις ξεκινήσαμε. Μετά προστέθηκε ο Μιχάλης Κονταξάκης που είναι εκπληκτικός κιθαριστής, ο Δημήτρης Τσεκούρας κόντρα μπάσο, έχουμε δύο χορεύτριες, την Κωνσταντίνα Καλκάνη και την Γιάννα Χαμαλέλη μέχρι σήμερα. Βέβαια, στη Θεσσαλονίκη (15-03-2012) εμφανιστήκαμε με ένα ντουέτο χορευτικό που είναι από εδώ απ'τη Θεσσαλονίκη, την Ιωάννα Μήτσικα και τον Χάρη Πεχλιβανίδη (και μία ακόμα τραγουδίστρια, την Ναταλία Κοτσάνη). Η Ιωάννα Μήτσικα είναι συνεργάτρια μας, έχουμε χορέψει και στην Κορσική. Είχαμε κάνει εμφάνιση μαζί και επειδή είναι πολύ καλή χορεύτρια και έχει σύγχρονη αντίληψη, μας ενδιαφέρει πάρα πολύ η συνεργασία μαζί της, γιατί πάντα θέλουμε να μπαίνουν καινούρια στοιχεία, σύγχρονα, και να παντρεύονται με τα παλιά. Γιατί τελικά αυτό είναι η παράδοση. Είναι κάτι που εξελίσσεται και η πρόκληση είναι πώς θα προχωρήσεις χωρίς να καταστρέψεις αυτά που έχεις κάνει στο παρελθόν.

   Τα όργανα ήταν επιλογή δική σας, το τί όργανα θα επιλέξετε; Να είναι πιο πολύ σε συμφωνική και κλασική μουσική, ή το επέβαλε η μουσική την οποία επιλέξατε να παίξετε;
   Όχι. Ήτανε, καταρχήν, ο Βαγγέλης Παπαγεωργίου που παίζει αυτό το όργανο, το μπαγιάν, που είναι ένα είδος ακορντεόν, ας πούμε. Το ακορντεόν ούτως ή άλλως, πηγαίνει πάρα πολύ με αυτή τη μουσική, αλλά και με την μεσογειακή μουσική γενικότερα. Παραπέμπει και στο organetto το ιταλικό και στο Μπαντονεόν. Άρα το ακορντεόν ταιριάζει. Μαντολίνο οπωσδήποτε ταιριάζει στην Ιταλική μουσική αλλά και σε όλες τις μουσικές. Το βιολί και πού δεν ταιριάζει. Παντού. Όπως βέβαια και τα κρουστά. Το παραδοσιακό κρουστό, εκεί στη Νότιο Ιταλία, είναι το ταμπορέλο, το συγκεκριμένο ντέφι, που με αυτή τη συγκεκριμένη τεχνική δίνει αυτή τη δύναμη και τον εκρηκτικό ρυθμό.

   xx10693722Οπότε αυτά που παίζετε στις συναυλίες είναι ταμπορέλο.
   Ναι. Ταμπορέλο. Έχει μεγάλα μέχρι και μικρότερα. Και νταούλι παίζω στις παραστάσεις μας πολλές φορές, αλλά για λόγους πρακτικούς, δεν το είχα φέρει εδώ στη Θεσσαλονίκη. Μετά είναι και η κλασική κιθάρα. Έχουμε έναν κιθαρίστα, τον Μιχάλη Κονταξάκη, ο οποίος είναι σολίστας στην κλασική κιθάρα, αλλά είναι και ένας μουσικός με πολύ ευρεία αντίληψη, και έτσι μπορεί να παίξει και να τραγουδήσει το οτιδήποτε και να χορέψει, και να κάνει και τα ρεσιτάλ του ταυτόχρονα που, με κλασική μουσική, κλασικά ντουέτα και τα λοιπά. Οπότε είναι σολιστικό όργανο υψηλών απαιτήσεων που κάνει τον ήχο πιο σύγχρονο. Έτσι όπως παίζει ο Μιχάλης Κονταξάκης, δεν είναι μία κιθάρα που απλώς συνοδεύει. Λειτουργεί σολιστικά και δημιουργεί έναν ήχο σύγχρονο, που μπορεί να σολάρει και να περνάει από Jazz, ας πούμε, μέχρι άλλα είδη μουσικής, αυτοσχεδιαστικά και όχι μόνο. Φωνή, καστανιέτες, αυτά απαρτίζουν τους Encardia.
xxEncardia-soulme gr    Είπατε πριν, ότι οι Encardia είναι πολύ κοντά με το κοινό, βγαίνουν έξω να παίζουν. Αυτό πώς λειτουργεί στην Αθήνα, που δυστυχώς πλατείες και τέτοιοι χώροι δεν υπάρχουν;
   Υπάρχουν πλατείες. Η αλήθεια είναι πως έχουν συρρικνωθεί στην Αθήνα. Είναι μία δύσκολη πόλη. Όσο και να είναι γοητευτική, είναι δύσκολη.

   Η αλήθεια είναι ότι, η μουσική μας είναι λαϊκή, και όταν έχουμε την ευκαιρία να παίξουμε στο δρόμο, δεν την χάνουμε. Για αράδειγμα, πηγαίνουμε στην Πλάκα, έχουμε βρει ένα ωραίο μέρος, και μία φορά το χρόνο ή δύο, καλούμε τους φίλους μας έτσι ανοιχτά και παίζουμε.

   xxencardia1Έξω, ή σε κάποιο μαγαζί;
   Έξω. Είναι μία μικρή πλατεία, δε θυμάμαι πώς λέγετε, κοντά στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. που είναι γύρω γύρω κλειστή με κάτι παλιά κτίρια, και μαζευόμαστε πολλοί. Γίνεται το αδιαχώρητο. Και παίζουμε έτσι, unplugged στο δρόμο. Αλλά όμως, όπου και να παίξεις, από το μέγαρο μουσικής μέχρι το δρόμο, πρέπει να βγάλεις ένα συγκεκριμένο πράγμα. Εφόσον η μουσική αυτή είναι λαϊκή μουσική, πρέπει να βγει η λαϊκότητα της. Ακόμα και στο Μέγαρο μουσικής. Φανταστείτε ότι έχουμε κάνει μια συνεργασία με τη συμφωνική ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων, παίζοντας ένα συμφωνικό έργο, όπου βγάλαμε και τις χορεύτριες μας και χόρεψαν ταραντέλα, και εγώ έπαιξα ταμπορέλο μέσα στη συμφωνική ορχήστρα. Ακόμα και η συμφωνική μουσική βέβαια, οφείλει να είναι λαϊκή, από την καταβολή της. Και έτσι λοιπόν, εμείς το τιμάμε αυτό. Όπου και να είμαστε, προσπαθούμε να σπάσουμε το καθεστώς που υπάρχει στον κάθε χώρο. Να φέρουμε μια δική μας ενέργεια, η οποία είναι η ενέργεια των λαϊκών ανθρώπων, της λαϊκής μουσικής, της γήινης μουσικής που παίζουμε. Άρα, είτε σε μουσική σκηνή είμαστε, είτε σε θέατρο, είτε στην όπερα, είτε σε ένα λαϊκό μαγαζί, προσπαθούμε να βγει αυτό το πράγμα. Όπως βεβαίως, εσύ πώς το είδες στη συναυλία μας;

   Πολύ ωραίο.
   Λειτούργησε.

   Ναι. Ακόμα και στο πατάρι που καθόμουν ήταν άτομα τα οποία χορεύανε με τις ταραντέλες και τα υπόλοιπα τραγούδια σας.
   Το ίδιο συμβαίνει και στη Αθήνα. Βέβαια, Θεσσαλονίκη, είχαμε καιρό να έρθουμε, αλλά νομίζω ότι θα επανορθώσουμε. Θα ερχόμαστε πιο συχνά και θα κοιτάξουμε να οργανώσουμε και κάποιο σεμινάριο χορού.

   Μάλιστα. Ενεργοποιείστε και σε αυτούς τους τομείς...
   Κάνουμε σεμινάρια του συγκεκριμένου χορού, της ταραντέλας. Στην Αθήνα, το κάνουμε αρκετά συχνά. 3-4 κύκλους το χρόνο. Και, κατά περίπτωση, μονοήμερα σεμινάρια και οτιδήποτε άλλο προκύψει. Ίσως η επόμενη άνοδος μας στη Θεσσαλονίκη να συνδυαστεί με αυτό.

   Το σεμινάριο μαζί με το live, δημιουργεί τους ανθρώπους που συμμετέχουν πιο πολύ, και έτσι, τους αγγίζει πιο πολύ αυτό το πράγμα.
   Είπατε στην τελευταία σας συναυλία στη Θεσσαλονίκη, ότι έχετε έναν καινούριο δίσκο που έχει ηχογραφηθεί ή είναι στα σκαριά;
   Όχι, είναι έτοιμος. Έχουμε κάνει τέσσερις δίσκους. Οι τρεις είναι καθαρόαιμοι Encardia και ο τέταρτος είναι από ζωντανές ηχογραφήσεις με Ιταλούς μουσικούς, που είχαμε παίξει μαζί επί σκηνής.

   Και αυτό που είπατε στη συναυλία, ότι δεν έχει πάει καλά ή δεν έχει φτάσει στα δισκοπωλεία;
   Ο τελευταίος μας δίσκος το “ΜηTerra”, έπεσε σε αυτή τη δύσκολη εποχή για τη δισκογραφία. Δεν έχει φτάσει στα σπίτια όπως οι προηγούμενοι. Οι προηγούμενοι μπορεί να είχανε κάνει, 15.000 πωλήσεις, αστρονομικό/τρομακτικό νούμερο για τα δεδομένα τα σημερινά. Ο τελευταίος μας δίσκος έχει και πολλά ελληνικά κομμάτια. Όποιος θέλει όμως, μπορεί να τον προμηθευτεί και να τον βρει, ακόμα και μέσα από το site μας. Μπορεί κάποιος να μας στείλει μήνυμα και να μας πει: “παιδιά στείλτε μου το δίσκο στην τάδε διεύθυνση”, και να του το στείλουμε.

Δημήτρης Σταυρόπουλος
encardi222a

Συνεντεύξεις

Επισκέπτες

0 Μέλη και 343 Επισκέπτες Συνδεδεμένοι