Facebook

Twitter

Άρθρα

Το κόκκινο αντίο

 
kokan2   Διάβαζα λαίμαργα ένα λαμπερό βιβλίο γνώσης και χανόμουν στις πλούσιες σελίδες του. Πάντα λάτρευα τη γνώση, την απόλυτη τροφή του πνεύματος. Εκείνη με διέκοψε χαμογελώντας και μου χάρισε ένα τρυφερό φιλί αγάπης. Πάντα τόσο γλυκιά ήταν, πάντα τόσο όμορφη και φρέσκια. Δεν μπορούσα να της κρατήσω κακία, να τη μαλώσω που διέκοψε τον οργασμό του μυαλού μου. Αυτή η γυναίκα ήταν ότι καλύτερο είχε περάσει από τη ζωή μου, ένα θείο δώρο. Θα σκότωνα γι' αυτή, θα εγκληματούσα χωρίς δεύτερη σκέψη αν κάποιος άγγιζε έστω και μια τρίχα από τα μαλλιά της. Πόσο τυχερός ήμουν στ' αλήθεια που χρόνια πριν μπήκε "παράνομα" στη ζωή μου και έγινε η σύντροφος που είχα ονειρευτεί; Άνοιξα τα χέρια και την άρπαξα κοντά μου. Κοίταξα το πρόσωπο της που φεγγοβολούσε οξύνοια, γεμάτος θαυμασμό, και την έσφιξα επάνω μου. Ένιωσα το κορμί της να τρέμει, την ανάσα της να βασανίζεται προς την εκπνοή. Υπήρχε κάτι που την ενοχλούσε, και ήταν ολοφάνερο. Δε ρώτησα, δεν ήθελα να μάθω. Αν με ρωτάτε, ναι, το μετάνιωσα που δεν το έκανα. Με κράτησε στην αγκαλιά της για πάνω από δέκα λεπτά σα να ήξερε πως τούτη θα ήταν η τελευταία μας φορά. Κατά έναν περίεργο τρόπο, το ένιωσα κι εγώ. Όμως η φαντασία μου δεν κάλπαζε τόσο γρήγορα, δεν μπορούσε να δει την υφέρπουσα απειλή που ζύγωνε επικίνδυνα. Εκείνη είπε τα τελευταία της λόγια, εκείνα που σα μαχαίρι μέσα μου χτυπάνε δυνατά ακόμη και σήμερα, κι έπειτα έφυγε από το σπίτι, φορώντας ένα αέρινο λευκό φόρεμα, για να συναντήσει τις φίλες της. Επέστρεψα χαμογελώντας στο λαμπερό βιβλίο της γνώσης και του παραδόθηκα άνευ μάχης. Εκείνη βγήκε αργά από την είσοδο του σπιτιού μας και τότε συνέβη. Άκουσα ένα δυνατό θόρυβο και κόσμο να ωρύεται. Αναστάτωση και φασαρία. Μέσα μου κάτι σκίρτησε, κάτι έγδαρε τα σωθικά μου, προειδοποιώντας με για τα κακά μαντάτα. Όμως εγώ και πάλι δεν κατάλαβα. Θυμωμένος που αναγκάστηκα να διακόψω την τροφή του μυαλού μου για δεύτερη φορά, κατέβηκα να δω τι συνέβαινε. Ήταν ένα αναθεματισμένο μαύρο αυτοκίνητο. Ο οδηγός καθόταν σοκαρισμένος μέσα του μην μπορώντας να συνειδητοποιήσει τι είχε κάνει. Κόσμος είχε μαζευτεί γύρω από κάτι άψυχο φωνάζοντας: «Το ασθενοφόρο! Καλέστε το ασθενοφόρο!» Προχώρησα προς τα εκεί και τότε ένιωσα. Πριν δω, κατάλαβα ότι ο ορυμαγδός της φρίκης ήταν για εμένα. Τα πνευμόνια μου έμειναν ερμητικά κλειστά και αρνιόντουσαν πεισματικά να δεχτούν οξυγόνο. Τα πόδια μου στυλώθηκαν στην άσφαλτο, μένοντας ακίνητα. Η καρδιά μου έσπασε σε χίλια μικρά κομματάκια και το στόμα στέγνωσε επικίνδυνα. Εκεί, γύρω από μια λίμνη αίματος, η αγαπημένη μου, κείτονταν νεκρή. Έβαλα όλη μου τη δύναμη, φόρτισα τις εφεδρικές μπαταρίες και ανάγκασα το σώμα μου να ξανά λειτουργήσει. Έτρεξα και, σκουντώντας, πέρασα το ανθρώπινο τοίχος που έφραζε το δρόμο μου. Τα μάτια μου υγράθηκαν και τα δάκρυα δεν άργησαν να στήσουν χορό.
 
kokant   Γονάτισα μπρος στο άψυχο κορμί της και ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα λύπης πλημύρισε το δικό μου άψυχο κουφάρι. Η λευκόχρυση βέρα έλαμπε στα λεπτοκαμωμένα δάχτυλα της. Το κρεμαστό που της είχα δωρίσει στις αρχές του έρωτα μας στόλιζε με χάρη το λαιμό. Τα μαλλιά της είχαν απλωθεί στο έδαφος ζωγραφίζοντας το με ομορφιά. Το πρόσωπο της ήταν χαμογελαστό, γλυκό, γαλήνιο όπως πάντα. Ένα γοερό «Γιατί;!» βγήκε από μέσα μου και έπεσε στο κενό, έγινε θρύψαλα, δεν απαντήθηκε ποτέ. Πέρασα τα χέρια μου πίσω από τη μέση και το κεφάλι της και την έσφιξα στην αγκαλιά μου. Κάποιος περαστικός με μάλωσε για την κίνηση μου αυτή, μα αδιαφόρησα. Έσκυψα με απαλές κινήσεις και ξάπλωσα το κεφάλι μου στο στήθος της. Μπορούσα να μυρίσω το μεθυστικό άρωμα της και να σαγηνευτώ, όπως κάθε φορά άλλωστε, από τη βελούδινη υφή της. Την κοίταξα για μερικά σκόρπια δευτερόλεπτα κι έπειτα άφησα τα χείλη μου να ακουμπήσουν το λαιμό της. Η σαρκική νοστιμιά ζάλισε τις αισθήσεις μου και οι αναμνήσεις ήρθαν προκλητικά, χώθηκαν στο κεφάλι μου. Με εκβίασαν να τις ασπαστώ, να τις κρατήσω μέσα μου, να τις κάνω τιμωρό του εαυτού μου. Κι εγώ δεν μπόρεσα να αντισταθώ, τις άφησα να επιτεθούν. Ταξίδεψα πολύ γρήγορα στο παρελθόν και θυμήθηκα την πρώτη μας συνάντηση στην παραλία του όμορφου νησιού. Εκεί που γεύτηκα τα φιλήδονα χείλη της και χάθηκα στον ωκεανό της ομορφιάς της. Από την αρχή είχαμε νιώσει πως ο ένας ήταν πλασμένος για τον άλλο. Υπήρχε μια θετική αύρα, ένα ανεξίτηλο σημάδι από κάτι ανώτερο. Κάναμε όνειρα μαζί πως θα αποκτήσουμε ένα σπίτι με αυλή, κάπου πλάι στη θάλασσα. Ένα παιδί για να ταράζει την αυτοσυγκέντρωση μας και να κλέψει από εμάς αγάπη. Δε θέλαμε υπερβολές και πλούτη. Απλά, λιτά πράγματα. Μια ήρεμη ζωή χωμένη στη γνώση, στην αγάπη, στην κατανόηση. Ονειρευτήκαμε τα γερατειά ο ένας πλάι στον άλλο. Μαζί στη ζωή, μαζί και στο θάνατο. Όμως εκείνη ήταν πάντα ατίθαση και βιαστική. Όλα να τα γευτεί πρώτη ήθελε, να τα ζήσει χωρίς φειδώ. Έτσι και με το θάνατο, δε με περίμενε, δεν μπόρεσε να κρατήσει την υπόσχεση της. Ήταν εκείνο το αναθεματισμένο αυτοκίνητο που δεν την είδε να περνά και έπεσε με μανία επάνω της. Έφυγε γι' άλλου, έφυγε χαμογελαστή, γαλήνια, καθησυχάζοντας με ότι θα είναι καλά. Αυτό ήταν το άδικο φινάλε της ζωής της, το άδικο φινάλε της σχέσης μας. Οι σειρήνες του ασθενοφόρου ήχησαν δυνατά στ' αυτιά μου και κατάλαβα ότι έπρεπε να αποχωριστώ το άψυχο κορμί της. «ΟΧΙ», δεν μπορούσα, δεν ήθελα. Βρισκόμουν στη μέση του δρόμου, εκεί που βρέθηκαν πολλοί σύζυγοι πριν από εμένα για τον ίδιο λόγο. Ένα κόκκινο σημαδάκι στης μοίρας τον χάρτη. Πάει, τέλειωσε για πάντα. Ένιωσα ένα χέρι στον ώμο μου και άκουσα μια φωνή να λέει: «Κύριε, πρέπει να την αφήσετε».
 
kokant3   Έτσι κι έγινε. Την άφησα από τα χέρια μου και σηκώθηκα μεθυσμένος από αγάπη, χαμένος από νοσταλγία. Ένιωσα τον αέρα να χαϊδεύει το πρόσωπο μου γεμάτος κατανόηση. Μου ψιθύρισε «συνέχισε, πρέπει να ζήσεις τη ζωή σου!». «Ποια ζωή να ζήσω; Πως θα τα καταφέρω χωρίς εκείνη;» ρώτησα εγώ καθώς έβλεπα το φορείο με εκείνη να πηγαίνει προς το ασθενοφόρο. Το βλέμμα μου στράφηκε προς το μαύρο αυτοκίνητο του Χάρου. Ο οδηγός κοίταζε λυπημένος προς το μέρος μου. Πόνος, πολύς πόνος προσγειώθηκε στην ψυχή μου και μεταμόρφωσε το φως σε σκοτάδι. Ένιωσα οργή και μίσος για εκείνο το κτήνος, εκείνο το δολοφόνο, τον εγκληματία που σκότωσε τη γυναίκα μου, το άλλο μου μισό. Μέσα από τα σπλάχνα μου τον καταράστηκα, τον εξευτέλισα και εξαπέλυσα μια άτεγκη επίθεση εναντίον του. Δεν μπορούσα να ελέγξω την οργή μου, να κατευνάσω τα βδελύγματα που έβγαιναν από μέσα μου χωρίς σταματημό. Εκείνος στεκόταν τρομαγμένος έξω από το αυτοκίνητο του περιμένοντας τη δικαιοσύνη. Ποια δικαιοσύνη; Ποιος μπορούσε να δώσει μια δίκαιη τιμωρία σε εκείνο το σκουλήκι; Κανείς! Μίσησα την ανθρωπότητα, τα πάντα όλα, μέχρι που ένα αναπάντεχο γεγονός άλλαξε τη ζωή μου. Την κατρακύλησε στο γκρεμό, τη χτύπησε στα βράχια, την σακάτεψε ανεπανόρθωτα. Δεν έχει σημασία να σας το πω τι μου συνέβη. Σημασία έχει ότι συγχώρεσα εκείνον, που άθελα του μου έσπειρε δυστυχία. Χρόνια μετά, κάθομαι μόνος, μετανιωμένος, στην αυλή του σπιτιού μου, αυτού που έκτισα πλάι στη θάλασσα μετά το ατύχημα για εκείνη, και διαβάζω τα βιβλία που τόσο αγαπώ. Γέρασα μόνος, πιστός στη μαυρίλα μου, και αναθεωρώ για όλα. Η ζωή δίνει απλόχερα χάρες και λύπες. Εμείς επιλέγουμε με τι θα πορευτούμε. Πίσω από κάθε χαρά κρύβεται μια λύπη και πίσω από κάθε λύπη κρύβεται μια χαρά. Διέπει τη ζωή σου αυτό που την ταΐζεις. Μίσος, αγάπη, θυμό, ελπίδα. Κόκκινο το αντίο, κόκκινο σαν το αίμα. Κόκκινο το σ' αγαπώ, κόκκινο σαν το πάθος. Το χέρι κουνώ στον ορίζοντα και σε χαιρετώ αγαπημένη.
 
John Emmans

Mindfield

Επισκέπτες

0 Μέλη και 181 Επισκέπτες Συνδεδεμένοι