Facebook

Twitter

Άρθρα

Η Δίκαση Της Κλασσικής

 
   Αθήνα! Όχι, όχι στάσου! Αυτοί δε γουστάρουν να τους αποκαλείς Αθηναίους. Πάρτο πάλι απ' την αρχή, κύριε αφηγητά μας.
 
01 PEIRAIAS   Πειραιάς! Μια πανέμορφη πόλη με κατοίκους που ξέρουν να ζουν το κάθε λεπτό της ζωής τους. Εδώ λοιπόν θα γνωρίσουμε τον πρώτο μας ήρωα. Τον Κρατερό, ένα Μεταλλά με τεράστιες μουσικές και όχι μόνο γνώσεις (όχι, κυρία μου, δεν είναι όλοι αλήτες και κακά παιδιά, ούτε πιστεύουν στον οξωαπεδώ, αμάν πια με αυτά τα ντεμοντέ). Το αγόρι με τα γαλανά μάτια έπαιζε ντούμς, εχμ, όχι, μάλλον ντρόμς. Μπα! Ούτε έτσι. Δυο λεπτά να δω στο ιντερνέτ. Α! ναι μωρέ, ντραμς τα λένε. Ξέρετε εκείνα τα τύμπανα με τα πιάτα (όχι, κυρά μου, εκείνα που βάζεις το φαΐ, μη τρελέ και με τρελέ), που τα βαράν με τα ξυλάκια. Ξυλάκια είπα; Κοίτα να δεις κι αυτά κάπως τα λένε αλλά δε θυμάμαι. Κάτι με ψωμί μου έρχεται στου νου, μάλλον η πείνα μιλάει. Τέλος πάντων, ας το αφήσουμε έτσι. Κρούει λοιπόν τα τύμπανα και δημιουργεί ρυθμό για την μπάντα που έχει μαζί με τα φιλαράκια του. Να τον δείτε πως κοκκινίζει από ντροπή όταν τον κοιτάζουν από κάτω οι αιθέριες υπάρξεις, που έχει και μια αδυναμία. Ο σκληρός Μεταλλάς εξαφανίζεται και στη θέση του εμφανίζεται ένα ευαίσθητο αγόρι που θέλει να αγαπήσει αλλά και να αγαπηθεί. Άχουτο, μωρέ!
 
02 thess   Θεσσαλονίκη! Ω! Τι όμορφη πόλη! Η νύφη του Θερμαϊκού, η συμπρωτεύουσα, όπως και να την αποκαλέσετε το ίδιο είναι. Ο κόσμος είναι έξω καρδιά, φιλικός και ζεστός. Βέβαια τον πιάνει καμιά φορά το κόμπλεξ και αναφέρεται σε μπουγάτσες και σουβλάκια (οι Αθηναίοι ξύθηκαν) αλλά πώς να τους κρατήσεις κακία; Δεν μπορείς. Εδώ λοιπόν θα γνωρίσουμε τον δεύτερο ήρωά μας. Το Γρηγόρη, ένα καλό/ευγενικό παιδί που μεγάλωσε με πιάνο και κλασική μουσική (όχι, κυρά μου, φαγώθηκες να σχολιάζεις, δεν είναι σπασικλάκι, ούτε υπήρξε φυτό στο σχολείο. Με το που ακούτε πιάνο τρελαίνεστε). Ξεκίνησε σιγά-σιγά να μαθαίνει μουσική μόνος του και να συνθέτει μελωδίες που κολλούσαν στο μυαλό του. Ο Γρηγόρης και ο Κρατερός, δυο φαινομενικά διαφορετικοί άντρες, θα έρθουν κοντά και θα ανακαλύψουν ότι τα κοινά τους είναι πολλά παραπάνω απ' όσο πίστευαν. Η δίκαση της κλασσικής μόλις ξεκίνησε.
 
03    Δίκαση-ξεδίκαση, ο Κρατερός με ένα πετάλι έπαιζε. Μέχρι που… Τέλος πάντων, δεν είναι του παρόντος… Αιρετικός παιδιόθεν, είχε ακούσει τα εξ' αμάξης από φίλους και γνωστούς που είχε πει όχι στον έρωτα των δύο κόπανων που ταλαιπωρούσαν το δέρμα της γκρανκάσα. Όταν του έλεγαν για "Painkiller" και παρόμοια τραγούδια, χαμογελούσε και δάγκωνε με αυταρέσκεια ένα μέρος του νυχιού του δεξιού μικρού δακτύλου του. «Άστο, θα το κάνω με τα τομ». Και εισέπραττε γιούχα και ειρωνικά χαμόγελα. Κατά τα άλλα, δουλειά, μουσική και διάφορες συναυλίες ένθεν κακείθεν… Πήγε να δει κάτι φίλους να παίζουν σε ένα Λαϊβάδικο στην Αθήνα. Παιδεύτηκε να το βρει, δεν έχει προσανατολισμό, βλέπετε. Έστριψε από δω, χάθηκε από κει, ρώτησε έναν κύριο με smartphone με χάρτες και - ευτυχώς - έχασε μόνο τα πρώτα δύο-τρία λεπτά της εμφάνισης των φίλων. Τα άκουσε από την παρέα του, είχε φθάσει πριν κάνα κοσάλεπτο. Η γκαρσόνα τον καλησπέρισε ευγενέστατα και τον ρώτησε τι θα πάρει. Ο Κρατερός δεν έπινε ποτέ όταν πήγαινε σε Live. Το είχε κάνει μια φορά όταν είχε πάει να δει τις Τρύπες, κάτι αιώνες πριν, και, με το που πήγε να χτυπηθεί, παραλίγο να βγάλει τη μπύρα από τη μύτη! Της πέταξε κάτι αόριστο, να τη φωνάξει σε λίγο, την κοίταξε και στα μάτια με καλοσύνη. Χαμογέλασε αυτή, μάλλον θα συλλογίστηκε ότι πρόκειται για χάπατο, και πήγε στον επόμενο θαμώνα.
 
03 b   Όπως έβλεπε κι άκουγε, πάνω στον ενθουσιασμό του, πήγε να κάνει ένα μίνι χορευτικό. Δεν του βγήκε όπως ήθελε, παραπάτησε και βρήκε πάνω σε ένα παπούτσι. Γύρισε με τη μία. «Με συγχωρείτε». «Δεν πειράζει, φίλε» αποκρίθηκε ο τύπος πίσω του. Παύση μερικών δευτερολέπτων. Ο Κρατερός πήγε να ξαναγυρίσει. «Καλά ακούγονται, ε; Είναι και χαμηλά ο ήχος. Καλή περίπτωση. Μου θυμίζει...»
 
   «Therion, στο Gagarin!» ήταν η αυτόματη απάντηση του Κρατερού. Ο τύπος γέλασε. «Τον Ian Anderson στο Ηρώδειο θα έλεγα». Συνέχισε να γελάει. Γέλασε κι ο Κρατερός. Είχε πάει κι αυτός στο Ηρώδειο τότε. Καλά ήταν. Στους Therion όμως ήταν καλύτερα! «Εντάξει όλα, παλήκαρε;» διέκοψε ο τύπος. Ο Κρατερός πρότεινε το χέρι του, είπε το όνομά του και δεν κρατήθηκε. «Από Θεσσαλονίκη, ε; Από ποιο μέρος»; «Κάτω Τούμπα! Γρηγόρης, χαίρω πολύ»!
 
04    Το αγόρι με το κομψό μουσάκι και το λάμδα το παχύ, δεν είχε ιδέα από  metal μπάντες. Ποιοι Therion και ποιοι Iron Maiden; Όλοι το ίδιο του φαίνονταν. Αυτός λάτρευε τη Jazz, την ορχηστρική μουσική και οτιδήποτε τον έκανε να ονειρεύεται. Καθόταν στο στούντιό του και έγραφε κομμάτια που στιγμάτισαν ή τραυμάτισαν τι ζωή του. Με το τουλούμι τα λυρικά πιάνο θέματα. Ένα μελαγχολικό, για τότε που τον παράτησε εκείνη η γκόμενα, η πρώτη καψούρα, που άκουγε Placebo στη διαπασών, ένα ρομαντικό, για τη στιγμή που φίλησε την αγαπημένη του κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι, σε μια παραλία της Κρήτης. Ο Γρηγόρης δεν ήταν καλός στο γράψιμο, δε μπορούσε να κρατάει ημερολόγιο, άφηνε τη μουσική του να αφηγείται όσα δε μπορούσε να εκφράσει με λόγια. «Τα πλήκτρα». Έλεγε από μικρός… «Πρέπει να τα δαμάσω, να τα κάνω να παίζουν για εμένα» και ο κερατάς τα κατάφερε! Χωρίς να πάει ωδείο, χωρίς να μάθει νότες, χωρίς να του δείξει κανένας, έφτασε σε σημείο να παίζει και να γράφει μουσική σαν επαγγελματίας συνθέτης. Καλά, Wolfgang Amadeus Mozart δε τον λες, αλλά μάγευε φίλους και γνωστούς με τον ''πουπουλένιο'' ήχο που άφηνε να βγει από το πιάνο.  
 
04 b   Η ώρα κυλούσε πολύ γρήγορα και οι δυο άντρες είχαν παρατήσει ο καθένας την  παρέα του. Δεν έδιναν σημασία πλέον στο λάιβ, είχαν φρικάρει εντελώς με τα απίστευτα κοινά που  τους έδεναν. Ο Κρατερός έπιασε το κεφάλι του  προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει όλα αυτά που ειπώθηκαν λίγα λεπτά πριν. Έβηξε αμήχανα και κοίταξε στα μάτια το Γρηγόρη. «Δηλαδή θέλεις να μου πεις ότι την ήξερες; Σήμερα θα τρελαθώ, πάει και τελείωσε. Κοπελιά!» φώναξε εκνευρισμένος την γκαρσόνα. «Φέρε μας σε παρακαλώ μπύρες! Κόκκινες, πράσινες, μπλε, ποιος νοιάζεται; Να μεθύσουμε θέλουμε»! Εκείνη σήκωσε απορημένη τα φρύδια και σκέφτηκε πως τελικά δεν πρόκειται για χάπατο. Ο Θεσσαλονικιός κοίταξε γύρω του και ακούμπησε απαλά τον ώμο του Πειραιώτη. «Φίλε, δε ξέρω τι να πω! Καμιά φορά η ζωή παίζει τόσο περίεργα παιχνίδια στους ανθρώπους. Έρχεσαι στην Αθήνα για να πας σε μια συναυλία, με κινηματογραφική ορχηστρική μουσική, δε βρίσκεις εισιτήρια γιατί άργησες σε τούτη την τρελή πόλη και δε μπορείς να συγχρονιστείς. Αναγκαστικά ακολουθείς την παρέα σου, που σε τραβάει με το ζόρι, σε ένα λαιβ φίλων τους, για να ακούσεις μουσική που δε σε τρελαίνει. Εκεί που η νύχτα είναι βαρετή και ανούσια, γνωρίζεις ένα τυπά που, ανάθεμά με αν του μιλούσες, αν δε σκόνταφτε επάνω σου… Και ανακαλύπτεις ότι ήξερε εκείνη»! Ο μαλλιάς από την παρέα του Κρατερού έκανε νόημα... «Φεύγουμε»!
 
05    Το κοντό αγόρι από το Χατζηκυριάκειο «κι από τον Άγιο Νείλο», που λέει και το τραγούδι, έκανε νόημα στους υπόλοιπους. «Μισό! Μιλάω, παίδες»! Γύρισε στο Γρηγόρη… «Πότε φεύγεις, αρχηγέ μου»; Ο Σαλονικιός ήπιε δυο γουλιές. «Αύριο, πρωί-πρωί! Έχω δουλειές, οικογένεια, τρεξίματα. Καταλαβαίνεις»… Ο Κρατερός κοίταξε το πάτωμα. «Άρα θα μιλήσουμε για κείνη στο τηλέφωνο»… Γέλασαν κι οι δυο… Περίεργο γέλιο εκείνο… Πιο πολύ σαν εκδήλωση απελπισίας ακουγόταν, παρά σαν χαρά μεταξύ φίλων ή έστω γνωστών…
 
   Πέρασαν δυο-τρεις εβδομάδες. Τα έλεγαν συχνά-πυκνά. Κυρίως για μουσική αλλά και για κείνη. Η σύζυγος του Γρηγόρη, η οποία είχε μιλήσει κι αυτή αρκετές φορές με τον Κρατερό, τους έκανε και πλάκα. «Μήπως να αρχίσω να φοβάμαι; Κάθε φορά που μιλάτε περνάτε τη μία ώρα»! Για να πάρει στη συνέχεια αυτή το ακουστικό. «Για να σου πω εσένα, με το μάτι το τσάγαλο! Πάρτο τρένο, βρε τσίπη, και ανέβα μια εδώ πα! Ανέβα και σου εγγυώμαι ότι δεν θα ξανακατέβεις»!
 
06 piano   Κάνα μήνα μετά από κείνο το διάλογο έσκασε κι η είδηση… σαν βόμβα… Η νεοσύστατη μοντερνό-συμφωνική ορχήστρα της πόλης, με δυναμικό εκατόν τέσσερα άτομα παρακαλώ, από όλη την Ελλάδα, ξεκινούσε πρόβες και εργασίες στη Θεσσαλονίκη, κυρίως με έργα κινηματογραφικών παραγωγών, με τις πρώτες παραστάσεις να λαμβάνουν χώρα στο Μέγαρο Μουσικής της πόλης! Ο Γρηγόρης διέπρεψε στις οντισιόν και χρήστηκε πιανίστας της ορχήστρας. Όταν πήγε στα γραφεία της Ορχήστρας, τον περίμεναν όλοι οι φίλοι του εκεί, καθώς και η αγαπημένη του σύζυγος. Υποκλίσεις, εκδηλώσεις λατρείας… Κάποιος του πέταξε, «Καλά, θα έχει και τύμπανα η ορχήστρα»;
 
   «Ναι, έτσι έχω ακούσει. Τι…»; Και εκείνη τη στιγμή κοίταξε τον πίνακα των «επιτυχόντων». Είδε το όνομα «Κρατερός», δεν χρειάστηκε καν να συνεχίσει για να επιβεβαιώσει το επίθετο. Έβγαλε το κινητό του. Από την άλλη γραμμή ακούστηκε μια κραυγή. Μιλούσε πολύ δυνατά, το ίδιο κι ο άλλος, έτσι ακουγόταν, και περπατούσε πέρα-δώθε. «Πότε έρχεσαι; Πες μου για να έλθουμε να σε πάρουμε από το σταθμό! Πότε έρχεσαι; Γιατί δεν λες, βρε σιχαμένε»;
   
07    Οι μέρες κυλούσαν πολύ γρήγορα και ο ζεστός ήλιος έδειχνε τα δόντια του πίσω από τα σύννεφα σαν να έπαιρνε μέρος σε διαφημιστικό γνωστής οδοντόπαστας. Ο Γρηγόρης καθόταν στο μπαλκόνι του ακούγοντας το ''Canon'' του Γερμανού Johann Pachelbel και χαζεύοντας την υπέροχη θέα. Το απέραντο γαλάζιο τον ηρεμούσε, το αριστούργημα του Pachelbel τον ανέβαζε στα ουράνια και η γεύση του δροσερού καφέ ολοκλήρωνε την ηδονή. «Τι σαχλαμάρες ακούς ρε μεγάλε;» ακούστηκε από το διπλανό μπαλκόνι ο γείτονας γκρεμίζοντας την ηρεμία του. «Άκου ''Seasons In The Abyss'' από Slayer να γουστάρεις τη ζωή σου!» συνέχισε με θράσος. Ο Γρηγόρης μπήκε μέσα θυμωμένος, δεν απάντησε, προτίμησε να αποφύγει τον καυγά. Έφυγε βιαστικά για το μικρό του στούντιο. Είχε βαρεθεί να ακούει τους μεταλάδες να του τη λένε, να υποστηρίζουν ότι η δική τους metal είναι αρσενική ενώ όλα τα' άλλα για φλώρους. Το κινητό του Θεσσαλονικιού χτύπησε με τσαμπουκά. «Ναι!» απάντησε στο ίδιο τέμπο και μετά σιωπή... «Όχι, μαέστρο μου, δε σε ξέχασα, απλά προσπαθώ να τελειώσω κάτι που γράφω εδώ και καιρό» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο για να μπει στο αγαπημένο του δωμάτιο. Έκατσε στο πιάνο και ξεκίνησε να πυροβολεί με τα πλήκτρα, μελωδίες απίστευτα γρήγορες, απίστευτα μαγικές.
 
08   Δυο αντρικές σκιές ξάπλωναν απαλά στην καυτή άσφαλτο… «Λοιπόν θα ανέβεις μόνος σου; Το πήρες απόφαση;» ακούστηκε η φωνή του ηλικιωμένου κύριου… «Ναι, πατέρα μου, θα πάω. Ξέρω πόσο σημαντικό είναι για εσένα να πηγαίνουμε αυτό το ταξίδι παρέα, αλλά σκέψου ότι μου άνοιξε μια πόρτα που δε θέλω να κλείσω. Είναι μια ευκαιρία διαφορετική» ακούστηκε ο μικρότερος άντρας. «Και με τα παιδιά τι θα γίνει, έτσι αφήνεις τη μπάντα σου; Η δουλειά; Άντε, όλα τ' άλλα τα καταλαβαίνω, αλλά η δουλειά σου;» είπε πιο αυστηρά ο πατέρας στο γιο και ήταν σα να τον μάλωνε, σα να του λέει «Πότε θα ωριμάσεις επιτέλους»; Ο γαλανομάτης έσκυψε το κεφάλι και ρούφηξε τη μύτη του, όχι δε συγκινήθηκε, ήταν αυτό το διαολεμένο συνάχι που τον παίδευε καλοκαιριάτικα… «Πατέρα μου, τα έχω κανονίσει όλα. Ούτε τη δουλειά μου θα χάσω, ούτε τα παιδιά θα παρατήσω. Στην τελική η Θεσσαλονίκη είναι λίγα χιλιόμετρα και δεν υπέγραψα κανένα συμβόλαιο. Ξέρω ότι το σπίτι μου είναι εδώ στον Πειραιά και θα επιστρέψω πολύ γρήγορα. Λοιπόν σε αφήνω θα χάσω το αεροπλάνο και είναι κρίμα, γιατί σκοπεύω να κάνω μια σουπερ έκπληξη στον Γρηγόρη»!  Ο πατέρας χαμογέλασε και αγκάλιασε τον γιο του.
 
09   Καθισμένος στο πιάνο του, ο Γρηγόρης χαμογελούσε και παραμιλούσε «Ναι! Τα κατάφερα, συνέθεσα το αριστούργημά μου. Τώρα όλοι θα υποκλιθούν μπροστά στην κλασική μουσική, μπροστά στην ορχήστρα»! Εκεί, πεσμένο στο έδαφος, ένα άψυχο χαρτί με νότες μαρτυρούσε τον τίτλο…  Η δίκαση της κλασσικής! Τι ήταν αυτό, τι σκόπευε να το κάνει, γιατί με τόσο πάθος έγραφε μέρα και νύχτα αυτό το κομμάτι; Έβγαλε από την τσέπη του μια φωτογραφία και δάκρυσε. «Για εσένα το έκανα, καλή μου, για εσένα. Σ' αγαπάω»…
 
John Emmans, Stiver Graunne

Mindfield

Επισκέπτες

0 Μέλη και 182 Επισκέπτες Συνδεδεμένοι